Μενού Κλείσιμο

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – θ΄. Νικόλαος Σαββούδης

Ασκητές μέσα στον κόσμο – Μέρος Α’

Γεν­νή­θη­κε τό 1899 στό Γυα­λί Τσι­φλί­κι τῆς Μ. Ἀ­σί­ας. Με­τά τόν ξερ­ρι­ζω­μό τῶν Ἑλ­λή­νων ἀ­πό τήν Μι­κρα­σί­α, ἦρ­θε ὡς πρό­σφυ­γας στό χω­ριό Βα­το­πέ­δι Χαλ­κι­δι­κῆς. Ὅ­ταν ἦρ­θε σέ ἡ­λι­κί­α γά­μου νυμ­φεύ­θη­κε καί ἀ­πό τόν γά­μο του ἀ­πέ­κτη­σε μί­α κό­ρη καί ἐγ­γό­νια. Ἡ σύ­ζυ­γός του εἶ­χε δύ­σκο­λο χα­ρα­κτῆ­ρα κα­θώς καί ὁ γ­α­μπρός του. Τούς ἀντι­με­τώ­πι­ζε ὅ­μως μέ ἠ­ρε­μί­α.

Ἦ­ταν γε­νι­κά ἤ­ρε­μος ἄν­θρω­πος. Ζοῦ­σε σάν ἀ­σκη­τής, νή­στευ­ε πο­λύ, με­λε­τοῦ­σε βι­βλί­α ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά καί ἀ­σκη­τι­κά, πού ἔ­φε­ρε ἀ­πό τήν «πα­τρί­δα», καί συμ­βού­λευ­ε τά ἐγ­γό­νια του δί­νοντάς τους ἐ­φό­δια γιά­ τήν ζω­ή.

Ὅ­λη τήν ἑ­βδο­μά­δα βο­σκοῦ­σε τά πρό­βα­τα. Τό Σάβ­βα­το τό ἀ­πό­γευ­μα ἐ­πέ­στρε­φε στό σπί­τι καί ἑ­τοι­μα­ζό­ταν γι­ά τήν θεία Λει­τουρ­γί­α τῆς Κυ­ρια­κῆς.

Στήν Ἐκ­κλη­σί­α δι­α­κο­νοῦ­σε ἀ­νά­βοντας τά καντή­­λια καί βο­η­θώντας τόν ἱ­ε­ρέ­α.

Ἔ­κα­νε ἀ­γα­θο­ερ­γί­ες. Στήν πε­ρί­ο­δο τῆς Κα­το­χῆς ἔ­κρυ­ψε ἕ­ναν Ἄγ­γλο γι­ά νά τοῦ σώ­ση τήν ζω­ή, τόν πε­ρι­ποι­ή­θη­κε ὅ­ταν ἀρ­ρώ­στη­σε, καί τόν φι­λο­ξέ­νη­σε ὅ­σο δι­ά­στη­μα χρει­ά­στη­κε.

Ὅ­ταν πέ­θα­νε ἕ­νας συγ­χω­ρια­νός του, πού ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του ἦταν φτωχή καί δέν εἶ­χε χρή­μα­τα γι­ά τήν κη­δεί­α, ὁ Νι­κό­λαος πῆ­γε κρυ­φά στό σπί­τι τους καί ἄ­φη­σε χρή­μα­τα. Οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ σπι­τιοῦ πο­τέ δέν ἔ­μα­θαν ποι­ός «κα­λός ἄγ­γε­λος» τούς ἔ­στει­λε τήν βο­ή­θεια.

Φι­λο­ξε­νοῦ­σε συ­χνά στό σπί­τι του ἀν­θρώ­πους πε­ρα­στι­κούς πού νυ­χτώ­νο­νταν στό χω­ριό.

Τόν Νι­κό­λαο Σαβ­βού­δη εἶ­χε γνω­ρί­σει καί ὁ γέ­ρο­ντας Γρη­γό­ριος, πνευ­μα­τι­κός τῆς Ἱ. Μ.Τι­μί­ου Προ­δρό­μου Με­τα­μορ­φώ­σε­ως, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀνα­φέ­ρει:

«Βρι­σκό­μουν στό χω­ριό Βα­το­πέ­δι Χαλ­κι­δι­κῆς. Μό­λις εἶ­χα φθά­σει καί στήν σκι­ά κά­ποι­ου πεύ­κου συ­ζη­τοῦ­σα μέ 5–6 χω­ρι­κούς. Σέ λί­γο ἔ­φθα­σε ἐ­κεῖ καί κά­ποι­ος με­σό­κο­πος, πε­νηντά­ρης πε­ρί­που, χαι­ρέ­τη­σε καί στά­θη­κε σι­ω­πη­λός πα­ρα­πέ­ρα. Ἕ­νας ἐκ τῶν χω­ρι­κῶν μοῦ εἶ­πε: “Αὐ­τός πά­ει τά με­σά­νυ­χτα στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί ἀ­νά­βει τά καν­τή­λια γι­ά νά βλέ­πουν οἱ Ἅγι­οι­”.

»Ἔ­τσι γνώ­ρι­σα τόν μπαρ­μπα–Νι­κό­λα Σαβ­βού­δη. Ἐ­πει­δή πή­γαι­να συ­χνά στό χω­ριό Βα­το­πέ­δι Χαλ­κι­δι­κῆς, πάν­το­τε τόν ἔ­βλε­πα σι­ω­πη­λό, ἤ­ρε­μο καί γα­λή­νιο. Πάν­τα πρῶ­τος στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Στε­κό­ταν δί­πλα στό ψαλ­τή­ρι καί ψι­θύ­ρι­ζε πα­ρα­κο­λου­θώντας τόν ἱ­ε­ρο­ψάλ­τη. Μό­νον ἐ­κεῖ ἄ­κου­γες τήν φω­νή του σέ πο­λύ χα­μη­λό τό­νο. Μό­λις κα­τα­λά­βαι­νες ὅ­τι ἔ­ψελ­νε. Ἔ­λε­γε καί τό “Πά­τερ ἡ­μῶ­ν”, πάντο­τε ἦ­ταν δι­κό του.

»Μυ­στή­ριο ὁ μπαρ­μπα–Νι­κό­λας. Κά­ποι­α μέ­ρα πῆ­γα στό σπί­τι του, –ἕ­να ἡ­μι­υ­πό­γει­ο, ἁ­πλό, ἀ­πέ­ριτ­το, γι­ά πά­τω­μα εἶ­χε τσι­μέντο, ἀ­σκη­τι­κώ­τα­το–, γι­ά νά τόν γνω­ρί­σω κα­λύ­τε­ρα. Στόν πά­νω ὄ­ρο­φο ἔ­με­νε ὁ γα­μπρός του πού, ὅ­πως ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μα­θα, τόν κα­κο­με­τα­χει­ρι­ζό­ταν. Ἦ­ταν πο­λύ νευ­ρι­κός ἀλ­λά ὁ μπαρ­μπα–Νι­κό­λας κου­βέντα δέν ἔ­λε­γε γι᾿ αὐ­τόν. Νό­μι­ζες πώς δέν εἶ­χε μι­λιά. Ὅ­μως ὁ μπαρμ­πα–Νι­κό­λας ὄ­χι μό­νον ἤ­ξε­ρε νά μι­λᾶ μά καί δι­ά­βα­ζε Πα­τέ­ρες.

»Ἐ­κεῖ εἶ­δα ἐ­κτός ἀ­πό τόν ἅ­γιο Δα­μα­σκη­νό καί ἄλ­λους Πα­τέ­ρες, φι­λο­καλι­κούς καί μή. Ὅ­λα αὐ­τά τά βι­βλί­α τά με­λε­τοῦ­σε ὁ μπαρ­μπα–Νι­κό­λας καί φαί­νε­ται πώς προ­σπα­θοῦ­σε νά βά­λη σέ ἐ­φαρ­μο­γή τήν πα­τε­ρι­κή δι­δα­σκα­λί­α γι᾿ αὐ­τό ἐ­κτός ἀ­πό τήν σι­ω­πή ἦ­ταν στο­λι­σμέ­νος καί μέ ἄλ­λες ἀ­ρε­τές. Πο­τέ δέν ἀ­σχο­λεῖ­το μέ τούς ἄλ­λους. Ἄν καί τόν πε­ρι­έ­παι­ζαν οἱ συγ­χω­ρια­νοί του, αὐ­τός τούς ἀντι­με­τώ­πι­ζε μέ τήν σι­ω­πή του καί μ᾿ ἕ­να ἐ­λα­φρό μει­δί­α­μα.

»Ἀπ᾿ ὅ­σα εἶ­δα πρέ­πει νά ἔ­κα­νε ἄ­σκη­ση με­γά­λη καί νά ἀ­γα­ποῦ­σε τήν προ­σευ­χή. Κα­νείς ὅ­μως δέν γνώ­ρι­ζε τί προ­σευ­χές ἔ­κα­νε μό­νος μό­νῳ Θε­ῷ. Πολ­λά μυ­στι­κά πῆ­ρε μα­ζί του, για­τί ἦ­ταν πο­λύ σι­ω­πη­λός. Ἀ­πό τούς χω­ρι­κούς ἔ­μα­θα ὅ­τι ζοῦ­σε μέ τά χρή­μα­τα πού τοῦ ἔ­στελ­νε κά­ποι­ος Ἄγ­γλος πρώ­ην ἀ­ξι­ω­μα­τι­κός, ἀ­πό εὐ­γνω­μο­σύ­νη για­τί στήν Γερ­μα­νι­κή Κα­το­χή ὁ μπαρμπα–Νι­κό­λας μέ κίν­δυ­νο ζω­ῆς τόν ἔκρυ­ψε στό σπί­τι του καί τόν γλύ­τω­σε ἀ­πό τούς Γερ­μα­νούς.

»Στίς 24 Νοεμβρίου 1969 μέ εἰ­δο­ποί­η­σαν ὅ­τι ὁ ἀ­γα­θός καί ἥ­συ­χος Νι­κό­λα­ος ἔ­κλει­σε τά μά­τια του. Τά ἄ­φη­σα ὅ­λα καί πῆ­γα στό Βα­το­πέ­δι. Τόν δι­α­βά­σα­με καί «τόν φυ­τέ­ψα­με» (θά­ψα­με), ὅ­πως λέ­νε οἱ χω­ρι­κοί, γι­ά νά ἀν­θί­ση στήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Τό πρό­σω­πό του ἦ­ταν γαλήνιο μέ­σα στό φέ­ρε­τρο, νό­μι­ζες πώς κοι­μό­ταν.

»Πέ­ρα­σαν τρί­α χρό­νια ἀ­πό τήν κοί­μη­σή του καί τρεῖς εὐ­λα­βεῖς γυ­ναῖ­κες, πο­λύ γνω­στές μου, πῆ­γαν νά τόν ξε­θά­ψουν, νά κά­νουν ἀ­να­κο­μι­δή. Ὅ­ταν βρῆ­καν τό λεί­ψα­νό του τἄ­χα­σαν. Ἦ­ταν ἀ­κέ­ραι­ο, ὁ­λο­κί­τρι­νο καί ἀ­νέ­δι­δε ἁ­πα­λή εὐ­ω­δί­α! Ἡ κ. Βαρ­βά­ρα, μία ἀπό τίς τρεῖς, τό σή­κω­σε λί­γο μέ τά χέ­ρια της καί εἶ­δε ὅ­τι ἦ­ταν πο­λύ ἐ­λα­φρό. “Σάν νά ἦ­ταν μό­νο κόκ­κα­λα μέ τό δέρ­μα­”, ὅ­πως ἔ­λε­γε.

»Ἔκ­πλη­κτες μπρο­στά στό πρω­το­φα­νές καί ἀ­προσ­δό­κη­το γε­γο­νός, μή γνω­ρί­ζοντας τί νά κά­νουν, θε­ώ­ρη­σαν κα­λό νά θά­ψουν πά­λι τό τί­μιο λεί­ψα­νο τοῦ μα­κα­ρί­ου Νι­κο­λά­ου Σαβ­βού­δη».

Αἰωνία του ἡ μνήμη. Ἀμήν.

Πηγή: ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ

Για να διαβάσετε τις Διδαχές του Αγίου Πατροκοσμά πατήστε εδώ

Για να διαβάσετε τις Προφητείες του Αγίου Πατροκοσμά πατήστε εδώ

Για να ωφεληθούν  περισσότερες ψυχές χρειαζόμαστε τη δική σας βοήθεια. Για να βοηθήσετε πατήστε εδώ

Για να εγγραφείτε στο κανάλι μας στο youtube και να παρακολουθείτε τα βίντεο μας πατήστε εδώ

Για να δείτε σε αποκλειστικότητα σε Παγκόσμια πρώτη προβολή βίντεο από την ημέρα της Αγιοκατατάξεως του Αγίου Παϊσίου, πατήστε εδώ

Κοινοποίηση άρθρου:
Κατηγορία: Ασκητές μέσα στον κόσμο, Νέα, Περί σιωπής, Πνευματική Ζωή, Ταπείνωση, Ωφέλιμα

Σχετικά άρθρα