Μενού Κλείσιμο

Τα λόγια του Χριστού στο κατά Ιωάννην κεφ. 8 (η΄) στίχοι 12-59 (ερμηνεία-ανάλυση περικοπής)

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα ερμηνευτικο στο κατά Ιωάννην στα νέα Ελληνικά!, Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)

Ιω. 8,12 Πάλιν οὖν(1) αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων(2)· ἐγώ εἰμι(3) τὸ φῶς τοῦ κόσμου(4)· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ(5) οὐ μὴ περιπατήσῃ(6) ἐν τῇ σκοτίᾳ(7), ἀλλ᾿ ἕξει(8) τὸ φῶς τῆς ζωῆς(9).
Ιω. 8,12 Παλιν, λοιπόν, ωμίλησε προς αυτούς ο Ιησούς λέγων• “εγώ είμαι το φως όλου του κόσμου, εκείνος που με ακολουθεί πιστά δεν θα περιπατήση στο σκότος , αλλά θα έχη το πνευματικόν φως που ακτινοβολείται από τον Θεόν, την πηγήν της ζωής.
(1)   Μπαίνει μπροστά με έμφαση. Προαναγγέλλει λοιπόν νέα μαρτυρία του Ιησού. Σε σχέση με ποια; Αυτήν στο κεφ. ζ 37 και εξής, όπου διακήρυξε για τον εαυτό του, ότι είναι αυτός που παρέχει το νερό της ζωής (g).
«Όπως ακριβώς λέγαμε ότι ο Ιησούς έκανε το λόγο με τρόπο που ταίριαζε στα όσα είχαν γραφτεί για την εορτή, όταν κατά την τελευταία ημέρα είχε σταθεί στο ναό φωνάζοντας «Εάν κάποιος διψά, ας έρθει σε εμένα και ας πιει»,… έτσι και τώρα κάνει πάρα πολύ επίκαιρη την εξήγηση και όπως είναι χρέος όσον αφορά τη φύση των πραγμάτων» (Κ).
Αφού εφάρμοσε στο ζ 37 στον εαυτό του το πρώτο σύμβολο, τώρα από την ίδια ιστορία της Π.Δ. εφαρμόζει στον εαυτό του και δεύτερο αντίστοιχο (g).
(2)   Πότε; Δεν αποκλείεται και κατά την ίδια τελευταία ημέρα της γιορτής, στην οποία είπε και τα λόγια στο ζ 37. Και υπέρ αυτού συνηγορεί το ότι τα λόγια αυτά είναι συνέχεια και συμπλήρωμα των λόγων εκείνων. Μπορεί όμως να ειπώθηκαν και μετά την εορτή, κατά την επόμενη ημέρα (g).
(3)   Όπως τα σχετικά με το νερό λόγια του τα είπε ο Κύριος με αφορμή το νερό, που χρησιμοποιούνταν στις τελετές της γιορτής, έτσι και τα λόγια αυτά δεν λέχθηκαν άσχετα με τα τελούμενα ή αναφερόμενα στη γιορτή. Και άλλοι μεν υποστήριξαν, ότι τα λόγια αυτά λέχθηκαν εξ’ αφορμής της τελετής του ανάμματος των 4 χρυσών λυχνιών που υψώνονταν στην αυλή των γυναικών, «στο γαζοφυλάκιο» (σ. 20). Η τελετή αυτή συνοδευόταν και από άσματα και χορό, τον οποίο έσυραν γύρω από τις λυχνίες άνδρες σοβαροί, ενώ ο ήχος από τα άσματα και τα όργανα γέμιζε το ναό ολόκληρο και η γιορτή παρατεινόταν μέχρι το πρωί. Σύμφωνα με το Ταλμούδ όμως η τελετή αυτή γινόταν όχι στην τελευταία, αλλά στην πρώτη ημέρα της γιορτής.
Για αυτό παρουσιάζεται πιο πιθανή η εκδοχή, ότι τα λόγια αυτά λέχθηκαν σε σχέση με άλλη μεγάλη ευεργεσία του Θεού προς τους Ισραηλίτες κατά την παραμονή στην έρημο, και της οποίας γινόταν ανάμνηση στη γιορτή αυτή, και ήταν αυτή, η καθοδήγηση των Ισραηλιτών στην έρημο με τη νεφέλη (g). «Αναπλάθει τον λόγο με παλαιότερη εικόνα πραγμάτων και με εκείνα που είχαν συμβεί στους προγόνους τους… τούς κηρύττει με σαφήνεια… Όταν δηλαδή διέσχιζαν την απέραντη έρημο, βαδίζοντας προς τη γη της επαγγελίας, την ημέρα απλωνόταν νεφέλη πάνω από αυτούς σαν όροφος, ενώ τη νύχτα προπορευόταν στύλος φωτιάς διαλύοντας το σκοτάδι και καθιστώντας απρόσκοπτη την οδό στους πορευομένους» (Κ).
(4)   «Λέει τον εαυτό του ότι είναι φως όχι ιδιαίτερα ή ξεχωριστά αυτών που κατάγονταν από το Ισραήλ, αλλά όλου του κόσμου» (Κ). Όχι μόνο «της Γαλιλαίας, ούτε της Παλαιστίνης, ούτε της Ιουδαίας» (Χ). Οι Εβραίοι πρέσβευαν, ότι ο Θεός ήταν το φως τους (ψαλμ. κστ 1, Ησ. ξ 19). Επίσης όχι μόνο οι μεταγενέστεροι ραββίνοι θεωρούσαν και τον Μεσσία φως (Lightfoot,Hor. Hebr. ΙΙΙ 330), αλλά και στον Ησαΐα ο δούλος του Κυρίου θα είναι φως εθνών (μβ 6,μθ 6. Δες και Λουκ. β 32)(β).
«Δείχνει ότι αυτός είναι για τον οποίο προαναγγέλθηκε: «Να σε τοποθέτησα να είσαι φως εθνών», και ότι δεν είναι ένας από τους προφήτες, αλλά δεσπότης» (αμ). Παρ’ όλα αυτά η ονομασία «φως του κόσμου» είναι ακόμα ευρύτερη και γενικότερη, διότι περιλαμβάνει κάθε λογική ύπαρξη και όλο τον κόσμο των ηθικών και λογικών όντων (β).
«Διότι θα ισχυριστούμε ότι αυτός είναι που στέλνει σε όλη τη φύση το νοητό φως» (Κ). Η ιδέα αυτή δεν έχει τίποτα το παράλληλο στην Π.Δ., αλλά είναι ιδέα που συναντιέται κατεξοχήν στον ευαγγελιστή Ιωάννη (δες Ιω. α 8,9,γ 19,θ 5,ιβ 46). Από την άλλη αυτή η διακήρυξη του Ιησού για τον εαυτό του είναι τέτοια, ώστε μόνος αυτός θα μπορούσε για τον εαυτό του να την κάνει και κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει αυτήν (β).
«Δεν είπε, ότι σε εμένα υπάρχει το φως, αλλά εγώ είμαι το φως» (Θφ).
«Ο Μονογενής είναι φως από τη φύση του, έχοντας αναλάμψει από το από τη φύση του φως του Θεού και Πατέρα» (Κ). “Με αυτήν την ονομασία φανερώνει και ότι η δόξα της θεότητας είναι απρόσιτη και ότι με την λαμπρότητα της γνώσης φωτίζει αυτούς που έχουν καθαρίσει το μάτι της ψυχής τους” (Β). Είναι η τέλεια αποκάλυψη του ηθικού καλού δηλαδή του Θεού, του ζωντανού καλού (g).
Ο Θεός είναι φως. Και ο Χριστός είναι η εικόνα του Θεού του αοράτου. Αναμενόταν ως φως που θα φώτιζε τα έθνη, «φως εις αποκάλυψιν εθνών» (Λουκ. β 32). Ως φως του κόσμου λοιπόν και όχι φως μόνο της ιουδαϊκής συναγωγής. Το ορατό φως του κόσμου είναι ο ήλιος, και ο Χριστός είναι ο ήλιος της δικαιοσύνης. Λέγοντας λοιπόν ότι ο Χριστός είναι το φως, πρέπει να εννοούμε, τι ο Χριστός είναι από μόνος του και τι είναι ως προς το λογικό κόσμο των ανθρώπων. Ως προς τον εαυτό του είναι λαμπρότατος και ενδοξότατος. Ως προς εμάς όμως είναι η πηγή του φωτός που φωτίζει κάθε άνθρωπο. Τι φυλακή θα ήταν ο κόσμος, αν έλειπε ο ήλιος! Έτσι και χωρίς το Χριστό. Η ζωή των ανθρώπων χωρίς το φως του Χριστού θα ήταν αθλιότερη από μύριους θανάτους. Ο Χριστός από μόνος του είναι φως. Είναι ακατανόητο στη φύση του το φως, αλλά είναι και το πρώτο ορατό στους ανθρώπους, μέσω του οποίου και τα άλλα στον κόσμο αυτόν γίνονται ορατά σε εμάς, και παρουσιάζει άριστα σε εμάς το Χριστό. Ποιος θα διηγηθεί τη γενιά του; Αλλά και ποιος χωρίς το Χριστό μπορεί να σχηματίσει ορθή αντίληψη για τα θεία ή και τα εγκόσμια;
Αυτό το φως που είναι άσπιλο και αμόλυντο από μόνο του και παραμένει τέτοιο και όταν ακόμα εισχωρεί στις πιο απομακρυσμένες και μολυσμένες γωνιές της γης είναι εικόνα του αιώνιου αρχιερέα μας, ο οποίος αφού γεννήθηκε χωρίς σπίλο από την Παρθένο παρέμεινε τελείως αναμάρτητος, ρίχνοντας τις ζωογόνες ακτίνες του μέσα σε κόσμο αμαρτωλό και μολυσμένο, τον οποίο εξυγιαίνει και καθαρίζει με αυτές, χωρίς να μολύνεται από την ρυπαρότητά του. Είναι λοιπόν ο Κύριος και ως προς εμάς και ως προς όλο τον κόσμο φως. Πριν ακόμα έλθει, πουθενά και σε αυτήν ακόμα την Ιουδαία, δεν υπήρχε τίποτα άλλο περισσότερο παρά μόνο ό,τι θα μπορούσε να ονομαστεί χαραυγή και λυκαυγές βαθέος όρθρου.
Υπήρχαν στην Ιουδαία τύποι, μυστηριώδη εμβλήματα και σύμβολα, αλλά αυτά δεν αποτελούσαν το φως της χριστιανικής ημέρας. Εάν όμως εκεί, όπου είχε δοθεί η αποκάλυψη της Π.Δ., δεν είχε έλθει ακόμα το φως, τι σκοτάδι επικρατούσε στις χώρες των εθνικών; Στις χώρες αυτές ζούσαν αυτοί που κάθονταν στο σκοτάδι και στη σκιά του θανάτου. Όταν ήλθε ο Χριστός, έλαμψε αμέσως το φως. Διαχύθηκε και στα σκοτεινά βάθη του τάφου το φως της ελπίδας και της αθανασίας. Η άφεση των αμαρτιών, η δικαίωση μέσω του Χριστού, η νίκη κατά της διεφθαρμένης φύσης μας, η προστασία και καθοδήγηση ανάμεσα στις δυσκολίες και τους πνευματικούς κινδύνους, η παρηγοριά στις θλίψεις, ο θρίαμβος κατά του θανάτου αποτελούν την κληρονομιά των ακολούθων του Χριστού. Και δεν αποτελούν αυτά όλα το φως, ναι, το φως της ζωής;
(5)   Αυτοί που υποστηρίζουν ότι εξ’ αφορμής του καψίματος των λυχνιών είπε τα λόγια αυτά ο Κύριος, σχετίζουν τη φράση αυτήν με το χορό που γινόταν γύρω από τις λυχνίες, όπου αυτοί που μετείχαν σε αυτόν ακολουθούσαν τον πρώτο που έσυρε το χορό. Πιο σωστό είναι να αναφερθεί στην καθοδήγηση από τη νεφέλη (g).= «Όπως λοιπόν εκείνοι που ακολουθούσαν εκείνο τον καιρό τη φλόγα του πυρός που προπορευόταν και τους οδηγούσε απέφυγαν την παραπλάνηση… έτσι και αυτός που με ακολουθεί, δηλαδή αυτός που βαδίζει στα ίχνη των δικών μου διδαγμάτων» (Κ).
Ακολουθώ τον Ιησού υπονοεί προσκόλληση σε αυτόν γεμάτη εμπιστοσύνη και ελπίδα, ακολουθώ την καθοδήγησή του· δες η 12,ι 4,5,27,28. Ακολουθώ τον Ιησού σημαίνει κοινωνία πίστης, όσο και κοινωνία ζωής και συμμετοχή στο πάθημά του, στο να συμπάσχω μαζί του (C). Είναι καθήκον μας να υποτάσσουμε τους εαυτούς μας στην καθοδήγησή του και σε καθετί να παίρνουμε οδηγίες από αυτόν. Πολλοί ακολουθούν ψεύτικα φώτα που τους οδηγούν στον όλεθρο. Αλλά ο Χριστός είναι το αληθινό φως. Δεν είναι όμως αρκετό να ατενίζουμε το φως αυτό και να το βλέπουμε, αλλά πρέπει να το ακολουθούμε και να πορευόμαστε κάτω από τον φωτισμό και την καθοδήγησή του, διότι είναι όχι μόνο των ματιών μας φως, αλλά φως και στα πόδια και στα μονοπάτια μας.
(6)   Συχνά τόσο στην Π.Δ., όσο και στην Κ.Δ., μάλιστα στον Παύλο και έπειτα στον Ιωάννη το περπατώ λέγεται με την έννοια του συμπεριφέρομαι και του τρόπου ζωής (g).
(7)   Αυτός που ακολουθεί το Χριστό «δεν θα είναι καθόλου στο σκοτάδι» (Κ). Δεν θα ζήσει μέσα στο σκοτάδι. «Εννοεί νοητό φως και σκοτάδι· δηλαδή δεν μένει στην πλάνη» (Χ), «και στην αμαρτία» (Ζ). Εννοεί τον σκοτισμό της ψυχής και της διάνοιας από τον εγωισμό και τα υπόλοιπα πάθη της αμαρτίας (g).
Αυτός που ακολουθεί το Χριστό δεν θα στερηθεί ποτέ από τις καθοδηγήσεις εκείνες στην οδό της αλήθειας, οι οποίες είναι αναγκαίες για να τον προφυλάξουν από ολέθριες πλάνες, ούτε από τις καθοδηγήσεις στην οδό του καθήκοντος, που τον προφυλάσσουν από την αξιοκατάκριτη αμαρτία. Εάν ακολουθούμε το Χριστό, θα είμαστε ευτυχισμένοι και στους δύο κόσμους. Εάν τον ακολουθούμε εδώ, θα τον ακολουθήσουμε και στους ουρανούς.
(8)   Θα κατέχει εσωτερικά (g). Υπάρχει και η γραφή του σιναϊτικού κώδικα: έχει.
(9)   Ή, το φως που παρέχει τη ζωή («θα κερδίσει δηλαδή την αποκάλυψη των μυστηρίων σχετικά με εμένα, η οποία μπορεί να τον χειραγωγεί στην αιώνια ζωή» (Κ)). Ή, το φως το προερχόμενο από τη ζωή σύμφωνα με το Ιω. α 4.

Ιω. 8,13 εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ Φαρισαῖοι· σὺ περὶ σεαυτοῦ μαρτυρεῖς(1)· ἡ μαρτυρία σου οὐκ ἔστιν ἀληθής(2).
Ιω. 8,13 Είπαν τότε προς αυτόν οι Φαρισαίοι• “συ δίδεις μόνος σου μαρτυρίαν δια τον ευατόν σου. Η μαρτυρία σου όμως αυτή δεν είναι αληθινή.
(1)   Σύμφωνα με ραββινικό ρητό «κανείς δεν παρέχει μαρτυρία για τον εαυτό του». Πάντοτε η μαρτυρία, την οποία δίνει κάποιος για τον εαυτό του, θεωρήθηκε ύποπτη και για αυτό μπορεί να παραμεριστεί. Ο ίδιος ο Κύριος αναγνώρισε την ορθότητα αυτού του ρητού στο Ιω. ε 31 (g). Παραθεωρούσαν όμως οι Φαρισαίοι, ότι η μαρτυρία του Κυρίου για τον εαυτό του επιβεβαιωνόταν συγχρόνως και από τη μαρτυρία του Ιωάννη, από τα θαύματά του, από την Γραφή και από τον ίδιο τον Πατέρα του (ο).
(2)   Σύντομος τρόπος έκφρασης. Είναι δυνατόν να πει κάποιος την αλήθεια για τον εαυτό του· η μαρτυρία του αυτή όμως δεν θεωρείται ως επαρκής μαρτυρία (b). «Είναι αβέβαιη η μαρτυρία κάποιου για τον εαυτό του» (Κ).

Ιω. 8,14 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· κἂν ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ ἐμαυτοῦ, ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία μου(1), ὅτι οἶδα(2) πόθεν ἦλθον(3) καὶ ποῦ ὑπάγω(4)· ὑμεῖς δὲ οὐκ οἴδατε(5) πόθεν ἔρχομαι ἢ ποῦ ὑπάγω(6).
Ιω. 8,14 Απήντησεν ο Ιησούς και τους είπε• “και εάν ακόμη εγώ μόνος μαρτυρώ δια τον ευατόν μου, η μαρτυρία μου είναι αληθινή, διότι την αλήθειαν πάντοτε λέγω και διότι εγώ γνωρίζω πολύ καλά, από που ήλθα και που υπάγω. Σεις όμως δεν γνωρίζετε από που έρχομαι και που πηγαίνω.
(1)   «Στους ανθρώπους βέβαια φαίνεται να υπάρχει φυτεμένο στη φύση τους το να θέλουν πολλές φορές από φιλαυτία να αποδίδουν στον εαυτό τους τα άριστα, κι αν ακόμη τυχαίνει να μην τα έχουν, γιατί εύκολα ολισθαίνει η φύση στο κακό. Σε μένα όμως, λέει, δεν υπάρχει η δυνατότητα να πάσχω τα ίδια με τους γήινους» (Κ). Δεν συμβαίνει το ίδιο και για εμένα, το οποίο μπορεί να συμβεί για οποιονδήποτε από τους άλλους ανθρώπους. Παρόλο που εγώ μαρτυρώ για τον εαυτό μου, η μαρτυρία μου όμως είναι αληθινή.
(2)   Το εσωτερικό φως και η βέβαιη πληροφορία, τα οποία κατέχει για το πρόσωπό του, για την καταγωγή του, για την αποστολή του, για την με τον Πατέρα φυσική και ουσιώδη σχέση του, προστατεύει αυτόν από κάθε πλάνη και παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα και καθιστά αυτόν ικανό να μαρτυρεί αλάνθαστα για τον εαυτό του (g).
Γνωρίζω· η αληθινή μαρτυρία προέρχεται από βέβαιη γνώση (b). Και ο Κύριος είχε βέβαιη συνείδηση για την προέλευσή του. Ας είναι ευλογημένος ο Θεός! Παρόμοια πληροφορία που ικανοποιεί το εσωτερικό μας μετέδωσε και σε εμάς ο Κύριος. Κάθε αγαθού και πραγματικού χριστιανού αυτή ακριβώς είναι η ικανοποίηση, ότι παρόλο που ο κόσμος τον παραγνωρίζει, όπως παραγνώριζε και τον θεάνθρωπο Κύριο, όμως αυτός είναι πληροφορημένος και γνωρίζει καλά από πού προέρχεται η πνευματική του ζωή και πού αυτή πρόκειται να τον φέρει.
(3)   «Από πατέρα Θεό» (Ζ), «φως από φως δηλαδή» (Κ)· «από το Θεό είμαι και είμαι και Θεός και Υιός Θεού. Ο ίδιος ο Θεός όμως είναι αξιόπιστος μάρτυρας για τον εαυτό του» (Χ).
(4)   «Μετά το τέλος αυτής της συγκατάβασης» (Ζ). Πηγαίνω στο Θεό και η διάβασή μου από τη γη με μορφή δούλου είναι προσωρινή.
«Αν και έγινα άνθρωπος, λέει,… αλλά δεν θα θεωρηθώ εξ’ αιτίας αυτού ότι είμαι έρημος από την αξία που αρμόζει σε Θεό· μένω λοιπόν πάλι αυτό που είμαι από τη φύση μου, δηλαδή Θεός. Και απόδειξη σαφής για αυτό είναι το ότι ξέρω πού πηγαίνω· θα ανέβω δηλαδή στους ουρανούς προς τον Πατέρα από τον οποίο είμαι» (Κ). «Αφού πρόκειται να πάω στο Θεό τον αληθινό, πώς θα μπορούσα να λέω ψέματα τη στιγμή που πρόκειται να πάω στον αληθινό;» (Θφ).
(5)   «Με τη θέλησή σας κάνετε το κακό και ενώ ξέρετε, προσποιείστε πως δεν ξέρετε, αλλά όλα τα λέτε από ανθρώπινη σκέψη και δεν θέλετε να καταλάβετε τίποτα πέρα από αυτό που φαίνεται» (Χ). Η άγνοιά τους είναι ένοχη, διότι δεν ήθελαν να γνωρίσουν.
(6) Ούτε την καταγωγή και προέλευσή μου γνωρίζετε, αλλά ούτε καν την αποστολή και τον προορισμό μου. Την προαιώνια γέννησή του και το μυστήριο της εναθρώπησης μπορούσαν σε τελική ανάλυση να το αγνοούν. Αλλά ότι η αποστολή και το έργο του ήταν θείο έπρεπε να το γνωρίζουν, διότι αυτά ήταν προφανή. Είναι προτιμότερη λοιπόν και αυθεντικότερη η γραφή: «ή πού υπάγω» αντί για την «και πού υπάγω».

Ιω. 8,15 ὑμεῖς κατὰ τὴν σάρκα κρίνετε(1)· ἐγὼ οὐ κρίνω οὐδένα(2).
Ιω. 8,15 Σεις σχηματίζετε κρίσιν σύμφωνα με τα εξωτερικά φαινόμενα της ανθρωπίνης μου φύσεως. Εγώ δεν κρίνω και δεν καταδικάζω κανένα.
(1)   Κρίνετε «κατ’ όψιν» όπως είπε στο ζ 24. Κρίνετε «βλέποντας μόνο αυτό που φαίνεται» (Ζ). «Έχετε στραμμένο το βλέμμα στο σώμα μου που φαίνεται» (αμ). «Δηλαδή πλανιέστε… επειδή ακριβώς βλέπετε μόνο αυτήν τη σάρκα, παρόλο βεβαίως που οφείλατε πολύ περισσότερο να προσέχετε τη μεγαλοπρέπεια των έργων μου» (Κ).
Το «κατά σάρκα» εδώ λέγεται για να δηλώσει τον άνθρωπο, έτσι όπως οπτικά πέφτει στα μάτια· για να δηλώσει την εξωτερική μορφή και κατάσταση του ανθρώπου (G). Οι Ιουδαίοι έκριναν για το Χριστό και το ευαγγέλιό του σύμφωνα με τα εξωτερικά φαινόμενα· και επειδή αυτά παρουσιάζονταν σε κάποια πράγματα συνηθισμένα και φτωχά, θεωρούσαν ως αδύνατον το να είναι αυτός φως του κόσμου, λες και ο ήλιος όταν καλύπτεται από τα νέφη να μην είναι ήλιος.
Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία. «Όπως ακριβώς το να ζει κάποιος σαρκικά, σημαίνει ότι ζει κακώς, έτσι και το να κρίνει ως προς τη σάρκα, σημαίνει ότι κρίνει άδικα» (Χ)=Κρίνετε σαρκικά, ως άνθρωποι που κυριαρχείστε από τη σάρκα.
(2)   Ή, υπονοείται έξω από το κείμενο το «κατά την σάρκα»=δεν κρίνω κανέναν αποβλέποντας μόνο σε αυτό που φαίνεται εξωτερικά. Έτσι είναι και η άλλη ερμηνεία στον Κύριλλο («Επειδή δηλαδή είσαστε άνθρωποι ως προς τη φύση, δεν θα σας θεωρήσω για αυτό ότι είστε οπωσδήποτε όλοι μηδέν»).
Ή, πιο σωστά: «Δεν κρίνω τώρα» (Ζ)· «δεν ήλθα για αυτό» (Χ). «Εγώ θα μεταθέσω σε άλλο καιρό το να σας κρίνω, Διότι δεν έστειλε ο Θεός τον υιό του στον κόσμο για να κρίνει τον κόσμο αλλά για να σωθεί ο κόσμος» (Κ). Αυτό δηλαδή αναφέρεται στο χρόνο της πάνω στη γη δημόσιας δράσης του Κυρίου και όχι στην μελλοντική από αυτόν κρίση του κόσμου.
«Η πρώτη έλευση του Κυρίου μας είναι θεραπευτική, όχι δικαστική. Διότι εάν είχε έλθει για να κρίνει πρωτίστως, δεν θα εύρισκε κανέναν τον οποίο να ανταμείψει με τη δικαίωση» (Αυ).
Λέγεται λοιπόν αυτό «σαν ακριβώς κάποιος να είπε· Αν άδικα κρίνουμε εμείς οι Ιουδαίοι, γιατί δεν τιμωρείς, γιατί δεν καταδικάζεις; Λέει, ότι δεν ήλθα για αυτό, για να κρίνω… Τώρα λοιπόν ξεφεύγετε την καταδίκη, όχι διότι αδυνατώ να σας καταδικάσω, αλλά διότι δεν είναι τώρα καιρός. Διότι φυλάω για τη Δευτέρα παρουσία την καταδίκη σας» (Θφ).

Ιω. 8,16 καὶ ἐὰν κρίνω δὲ ἐγώ(1), ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ ἀληθής(2) ἐστιν, ὅτι μόνος οὐκ εἰμί(3), ἀλλ᾿ ἐγὼ καὶ ὁ πέμψας με(4) πατήρ.
Ιω. 8,16 Και εάν από τώρα θελήσω εγώ να κρίνω, η κρίσις μου θα είναι αληθινή, διότι δεν είμαι εγώ μόνος, αλλά είμεθα εγώ και ο Πατήρ, ο οποίος με έστειλε, και η κρίσις μας είναι απολύτως ορθή και δικαία.
(1)   «Αν έκρινα, δίκαια θα σας καταδίκαζα» (Χ). Δεν κρίνω· αλλά αν υποθέταμε ότι αναλάμβανα το έργο του κριτή, αν καθίσω στο θρόνο του Κριτή, η κρίση μου θα είναι αληθινή (ο).
(2)   «Δηλαδή ορθή, δίκαιη» (Ζ). Πιο πάνω μίλησε για μαρτυρία, εδώ για κρίση. Η μαρτυρία είναι σε αναφορά με το Θεό και τον Υιό του Θεού· η κρίση είναι αναφορικά με τους ανθρώπους (b). Υπάρχει και η γραφή: αληθινή.
(3)   Ο λόγος για τον οποίο η κρίση του Κυρίου θα ήταν δίκαιη. «Δεν είμαι μόνος όταν κρίνω, αλλά εγώ και ο Πατέρας» (Ζ)· «έχω σε όλα συνθελητή και συνδικαστή τον Πατέρα» (Κ). «Δεν το είπε αυτό επειδή έχει αδυναμία στο να κρίνει, αλλά επειδή μαζί με τον Υιό ο Πατέρας πρόκειται να κρίνει αυτούς που απιστούν σε αυτόν που έστειλε» (αμ). Έχω συνείδηση ότι βρίσκομαι σε μοναδική επικοινωνία με τον Πατέρα, λόγω της οποίας η κρίση μου δεν είναι απλώς μία ατομική κρίση, αλλά κρίση που υποστηρίζεται από την κρίση του Πατέρα και βασίζεται σε αυτήν (μ).
(4)   Δηλώνει την θεία του προέλευση ταυτόχρονα και αποστολή. Δες γ 17,δ 34 (ο,β).

Ιω. 8,17 καὶ ἐν τῷ νόμῳ δὲ τῷ ὑμετέρῳ(1) γέγραπται(2) ὅτι δύο ἀνθρώπων ἡ μαρτυρία ἀληθής(3) ἐστιν.
Ιω. 8,17 Αλλωστε και στον νόμον σας έχει γραφή, ότι η μαρτυρία δύο ανθρώπων είναι αληθινή και βάσει αυτής δύναται ο δικαστής να αποφασίση.
(1)   «Όπως εσείς οι ίδιοι κομπάζετε» (Ζ). Χρησιμοποιεί δεύτερο πρόσωπο («τῷ ὑμετέρῳ -τον δικό σας) διότι οι Φαρισαίοι αλαζονικά οικειοποιούνταν το νόμο σαν να ήταν αποκλειστικά δικός τους και αξίωναν, ότι αυτοί και μόνοι ήταν οι τηρητές του και οι ερμηνευτές του. Ή, διαφορετική ερμηνεία· ο Κύριος χρησιμοποιεί εδώ το λεγόμενο «κατ’ άνθρωπον επιχείρημα (argumentum ad hominem)» και αποδεικνύει την πλάνη των συνομιλητών του με βάση τις δικές τους αρχές και το νόμο, στον οποίο αυτοί αναγνώριζαν ανώτατη αυθεντία (β).=Στο νόμο σας, στον οποίο αναφέρεστε (b) και επί τη βάση του οποίου με κατακρίνετε.
(2)   Ελεύθερη παράθεση από το Δευτ. ιθ 15 (δες και Δευτ. ιζ 6 και Αρ. λε 30). Ο νόμος ο μωσαϊκός απαιτούσε 2 μάρτυρες, για να είναι έγκυρη η μαρτυρία. Αποδεικνύει λοιπόν ο Κύριος, ότι οι κρίσεις, τις οποίες εκφέρει (σ. 16), όπως και οι μαρτυρίες, τις οποίες παρέχει (σ. 18) εκπληρώνουν τους όρους αυτής της αρχής. Διότι ο Πατέρας συνενώνει τη μαρτυρία και την κρίση του με τη δική του ως Υιού. Όπου το ανθρώπινο μάτι διακρίνει έναν μόνο μάρτυρα, υπάρχουν στην πραγματικότητα δύο (g). Υπάρχει και η γραφή του σιναϊτικού: γεγραμμένον εστί.
(3)   Μάλλον με την έννοια αυτού που είναι έγκυρο και ισχύον σύμφωνα με το νόμο. Διότι δεν είναι δύσκολο και ειλικρινείς μάρτυρες δύο ή και περισσότεροι να πλανηθούν. «Είναι δυνατόν και δύο μαρτύρων οι μαρτυρίες να είναι ψεύτικες. Η γανή Σωσάννα καταδικάστηκε από δύο ψεύτικους μάρτυρες… ένας ολόκληρος λαός είπε ψέματα εναντίον του Χριστού» (Αυ).

Ιω. 8,18 ἐγώ εἰμι ὁ μαρτυρῶν(1) περὶ ἐμαυτοῦ, καὶ μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ ὁ πέμψας με πατήρ(2).
Ιω. 8,18 Και επί του προκειμένου εγώ είμαι ο ένας που μαρτυρώ δια τον εαυτόν μου, αλλά δι’ εμέ μαρτυρεί και ο Πατήρ, ο οποίος με έστειλε”.
(1)   Αναφέρεται σε αυτά που είπαν οι Φαρισαίοι στο σ. 13. «Πάλι αναφέρεται στο «εσύ μαρτυρείς για τον εαυτό σου»» (Ζ). Μπαίνει μπροστά με έμφαση το Εγω είμαι, «φανερώνοντας δηλαδή την αυθεντία του» (Χ).
(2)   «Θα παραλάβω ως συμβοηθό και σύμφωνο για τα δικά μου πλεονεκτήματα τον Θεό και Πατέρα» (Κ). Πώς μαρτυρεί; Ή, «διότι θαυματουργεί μαζί με εμένα, όπως βλέπετε, και συνεργάζεται» (Κ)=Μαρτυρεί με τα θαύματα τα οποία ενεργεί μέσω εμού.
Ή, μιλά για εσωτερική μαρτυρία, την οποία λόγω της πιο εσωτερικής σχέσης με τον Πατέρα άκουγε. Η γνώση, την οποία ο Κύριος είχε για τον εαυτό του και την αποστολή του, διέφερε ουσιωδώς από το ψυχολογικό φαινόμενο, το οποίο φιλοσοφικά ονομάζουν συνείδηση. Ο Κύριος βρισκόταν σε ιδιαίτερη σχέση με τον Πατέρα και μέσα στο φως του Θεού γνώριζε τον εαυτό του και πληροφορούνταν για τον εαυτό του (g). Η μαρτυρία του Ιησού δεν ήταν μία μεμονωμένη μαρτυρία. Ουδέποτε υπήρξε μόνος, διότι ο Πατέρας δεν ήταν μόνο μαζί του (Ιω. ιστ 32) αλλά ήταν και μέσα του (Ιω. ιδ 10,11,ιζ 21-23). Συνεπώς η μαρτυρία του Ιησού ήταν διπλή μαρτυρία, η οποία εκπλήρωνε εξ’ ολοκλήρου τις απαιτήσεις του μωσαϊκού νόμου (χ).
Εάν όμως η μαρτυρία δύο ξεχωριστών μεταξύ τους προσώπων, τα οποία σε τελική ανάλυση είναι άνθρωποι που υπόκεινται σε πλάνη, είναι έγκυρη, πολύ περισσότερο η για τον εαυτό του μαρτυρία του Υιού του Θεού, που υποστηρίζεται και από την μαρτυρία του Πατέρα πρέπει να γίνεται δεκτή ως κατά πάντα αξιόπιστη. Τα λόγια αυτά του Κυρίου αποδεικνύουν όχι μόνο, ότι ο Πατέρας και ο Υιός είναι δύο πρόσωπα, που διακρίνονται μεταξύ τους, αφού οι μαρτυρίες τους διακρίνονται ως μαρτυρίες δύο, αλλά ότι και τα δύο αυτά πρόσωπα είναι ένα, όχι μόνο στη μαρτυρία την οποία δίνουν, αλλά και ίσα στη δόξα, εφόσον και των δύο οι μαρτυρίες τοποθετούνται στη βαθμίδα ως ίσης αξίας.
«Βλέπεις την ίση αυθεντία και πώς παρουσιάζει τον εαυτό του αξιόπιστο όπως ακριβώς και τον Πατέρα; Πράγμα το οποίο δεν θα τολμούσε να πει, αν βεβαίως ήταν κατώτερος από τον Πατέρα κατά την αξία και όχι ίσος με αυτόν και ομοούσιος» (Θφ).

Ιω. 8,19 ἔλεγον οὖν(1) αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ὁ πατήρ σου(2); ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε ἐμὲ οἴδατε οὔτε τὸν πατέρα μου(3)· εἰ ἐμὲ ᾔδειτε(4), καὶ τὸν πατέρα μου(5) ᾔδειτε ἄν.
Ιω. 8,19 Ελεγαν τότε προς αυτόν• “που είναι ο Πατήρ σου, δια τον οποίον λέγεις ότι μαρτυρεί;” Απήντησεν ο Ιησούς• “ούτε εμέ ως Υιός του Θεού και Θεόν γνωρίζετε ούτε τον Πατέρα μου. Εάν είχατε γνωρίσει εμέ, θα εγνωρίζατε και τον Πατέρα μου, διότι εγώ περί αυτού πολλές φορές ωμίλησα και αυτόν στους πιστούς ακροατάς μου εφανέρωσα”.
(1)   Το οὖν (=λοιπόν) αναφέρεται στη διακήρυξη του Ιησού, ότι μαρτυρεί για αυτόν ο πατέρας του (g)= Αφού μαρτυρεί για σένα ο πατέρας σου, πού είναι λοιπόν αυτός;
(2)   Ή, «μάλλον ψάχνουν παντού και αναζητούν τον Ιωσήφ, έχοντας πιστέψει ότι αυτός είναι ο πατέρας του Χριστού και ότι δεν έχει αλλιώς το πράγμα» (Κ). Επειδή δεν αντιλήφθηκαν ποιον εννοούσε πατέρα του, ζητούν να παρουσιαστεί μπροστά στα μάτια τους ο πατέρας του και να ακούσουν άμεσα τη μαρτυρία του.
Ή, αντιλήφθηκαν πράγματι, ότι ο Κύριος πατέρα του αποκαλούσε το Θεό, αφού ήδη στο σ. 16 και 18 μίλησε ο Κύριος για Πατέρα που τον έστειλε, αλλά κηρύττουν τη μαρτυρία αυτή ανίσχυρη, αφού δεν είναι μαρτυρία που ακούγεται από μάρτυρα ορατό= Εάν ο Θεός μαρτυρεί για σένα, πού είναι λοιπόν; Ας κάνει αισθητό το ότι μαρτυρεί για σένα (g).
(3)   Ο Ιησούς δεν απαντά κατ’ ευθείαν στην ερώτηση των Ιουδαίων, αλλά εξακολουθεί τη σειρά της συνομιλίας, την οποία άρχισε και την ίδια ώρα προετοιμάζει το δρόμο για απάντηση (b).
«Επειδή για να τον πειράξουν τον ρωτούσαν για τον Πατέρα και όχι για να μάθουν, για αυτό δεν τους αξιώνει ούτε απάντησης» (Θφ). Δεν με γνωρίζετε. «Οδηγεί το νου των Ιουδαίων στο να μη φρονεί για αυτόν μόνο τα ανθρώπινα… αλλά να ερευνά μάλλον και να σκέφτεται ποιος μεν είναι ο με τη σάρκα Λόγος, και ποιος ο κατά φύση Πατέρας του» (Κ). Αγνοείτε την αληθινή προσωπικότητά μου η οποία είναι θεία. Αγνοώντας όμως εμένα και τη σχέση την οποία έχω με το Θεό ως Πατέρα μου, αγνοείτε και τον πατέρα μου. Δεν έχετε πλήρη γνώση για το Θεό, εφόσον αγνοείτε, ότι έχει Υιό και ποιος είναι ο Υιός του αυτός.
«Ο σωτήρας άλλοτε μεν μιλά για τον εαυτό του σαν για άνθρωπο, άλλοτε όμως για μια πιο θεία φύση που είναι και ενωμένη με την αγέννητη φύση του πατέρα…». Για αυτό πιο πάνω «το μεν «Και εμένα γνωρίζετε και γνωρίζετε από πού είμαι» το λέει για τον εαυτό του ως άνθρωπο, ενώ το «Ούτε εμένα γνωρίζετε ούτε τον πατέρα μου» το λέει για τη θεότητα» (Ω).
«Λέγοντας, Αγνοείτε τον Πατέρα μου και εμένα, διδάσκει ότι ούτε από τον Ιωσήφ καταγόταν τον οποίον γνώριζαν, ούτε καταλάβαιναν τον λόγο σχετικά με τη σάρκωσή του» (αμ).
«Αυτός που μιλούσε σε αυτούς, φανερά μεν ήταν σάρκα, μυστικά όμως ήταν ο Λόγος· άνθρωπος ορατός, Θεός κρυμμένος. Έβλεπαν το κάλυμμα και περιφρονούσαν αυτόν που το φορούσε, διότι δεν γνώριζαν· και δεν γνώριζαν, διότι δεν έβλεπαν· και δεν έβλεπαν, διότι ήταν τυφλοί· και ήταν τυφλοί, διότι δεν πίστευαν» (Αυ).
«Είναι γνωστός στην Ιουδαία ο Θεός» (Ψαλμ. οε 1). Είχαν και οι Ιουδαίοι κάποια γνώση του Θεού ως δημιουργού του παντός. Αλλά τα μάτια τους είχαν σκοτεινιάσει, ώστε να είναι ανίκανοι να δουν το φως της δόξας του που έλαμπε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Οι ελάχιστοι στην εκκλησία του Χριστού γνωρίζουν τον Πατέρα (Α΄Ιω. β 13), γνωρίζουν αυτόν που υπάρχει από την αρχή ως Πατέρα, διότι γνώρισαν πρωτίστως τον Υιό του και μέσω αυτού οδηγήθηκαν στο Θεό. Ο λόγος λοιπόν για τον οποίο οι άνθρωποι αγνοούν το Θεό, είναι διότι δεν γνωρίστηκαν με το Χριστό και δεν ήλθαν σε κοινωνία μαζί του. Εάν γνωρίσουμε τον Ιησού καλύτερα, θα γνωρίσουμε καλύτερα και τον Πατέρα.
Αλλά όταν το φως της χριστιανικής πίστης και αλήθειας απωθείται, τότε πολύ σύντομα και οι ακτίνες της φυσικής αποκάλυψης και θρησκείας θα αμαυρωθούν και ο από αυτές φωτισμός θα παραμεριστεί. Εκείνων οι οποίοι δεν θέλουν να μάθουν για το Χριστό, σύντομα θα γίνουν μάταιοι οι διαλογισμοί τους για τον αληθινό Θεό.
(4)   Είναι το ίδιο με το «εάν με γνωρίζατε θα γνωρίζατε και τον πατέρα μου» στο Ιω. ιδ 7. Δες και ιβ 45,ιδ 9 (β). «Γνώση και όραση δεν εννοεί αισθητή, αλλά νοητή» (Ζ). Πρέπει πρώτα να γνωρίσουμε τον Υιό, για να γνωρίσουμε μέσω αυτού τον Πατέρα (b).
«Ο Υιός είναι σαν κάποια θύρα και οδός που οδηγεί στη γνώση του Πατέρα… Πρέπει λοιπόν πρώτα να γνωρίσουμε τι είναι από τη φύση του ο Υιός, όσο βέβαια είναι δυνατόν, και έτσι στη συνέχεια σαν από εικόνα και ακριβέστατη σφραγίδα να γνωρίσουμε καλά το πρωτότυπο» (Κ).
Το «γνωρίζω» στο δ΄ ευαγγέλιο σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο από τη θεωρητική γνώση. Η έννοια της γνώσης αυτής περιέχει και στοιχεία ηθικά και θρησκευτικά. Το να γνωρίζω τον Κύριο σημαίνει και στον Ιωάννη όπως και στον Δαβίδ, εμπιστεύομαι αυτόν και συμμορφώνομαι με το θέλημά του και τις βουλές του. Για αυτό η γνώση του Πατέρα είναι αδύνατη σε όσους αρνούνται να υποτάξουν τα θελήματά τους στον Ιησού (μ). «ᾔδειτε… ᾔδειτε ἄν». Υπερσυντέλικος. Αναφέρεται στο χρόνο κατά τον οποίο για πρώτη φορά εμφανίστηκε μεταξύ τους ο Κύριος. Εάν αμέσως από την αρχή πίστευαν στη μεσσιακή του ιδιότητα, θα γνώριζαν αμέσως από τότε και τον Πατέρα και δεν θα έδειχναν την άγνοια, την οποία τώρα εκδηλώνουν για τον Πατέρα. «Για το ότι δεν με γνωρίζετε δεν σας φταίει κάποιος άλλος, αλλά εσείς οι ίδιοι» (Θφ). Αυτής της άγνοιας υπαίτιοι και υπεύθυνοι ήταν οι ίδιοι οι Ιουδαίοι.
(5)   Το χωρίο αυτό μαρτυρεί για την ενότητα και ταυτότητα της ουσίας του Υιού και του Πατέρα. «Είναι ανάγκη να ομολογούμε ότι ο Υιός είναι όμοιος με κάθε τρόπο με τον Πατέρα, ώστε μέσω αυτού να γνωρίζει κανείς και εκείνον που τον γέννησε» (Κ). «Διότι αν κατά την άποψή σας είναι κτίσμα ο Υιός, πώς αυτός που γνωρίζει το κτίσμα, γνωρίζει και το Θεό; Διότι βεβαίως αυτός που γνωρίζει την ουσία αγγέλου, δεν γνωρίζει και την ουσία του Θεού» (Θφ).

Ιω. 8,20 Ταῦτα τὰ ῥήματα(1) ἐλάλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ γαζοφυλακίῳ(2), διδάσκων ἐν τῷ ἱερῷ(3), καὶ οὐδεὶς(4) ἐπίασεν αὐτόν(5), ὅτι οὔπω ἐληλύθει ἡ ὥρα αὐτοῦ(6).
Ιω. 8,20 Αυτά τα λόγια είπεν ο Ιησούς κοντά στο θησαυροφυλάκιον των προσφορών και βοηθημάτων, διδάσκων εις την αυλήν του ναού και κανείς δεν συνέλαβεν αυτόν, διότι δεν είχε έλθει ακόμη η προσδιωρισμένη από τον Θεόν ώρα του.
(1)   Μπαίνει μπροστά με έμφαση. «Αυτά τα θαρραλέα» λόγια (Ζ)· λόγια τέτοιας σοβαρότητας και τέτοιου περιεχομένου (g).
(2)   «Όχι έξω από την Ιερουσαλήμ, ούτε σε κάποια πόλη γύρω από αυτήν, αλλά ούτε και σε πόλη ή πιο άσημο χωριό της Ιουδαίας· διότι στεκόταν σε αυτό το ίδιο το γαζοφυλάκιο, δηλαδή… σε αυτό το ίδιο το ιερό κήρυττε τα λόγια του σχετικά με αυτά» (Κ). «Και όμως αν και είχαν φονικές διαθέσεις εναντίον του και αν και τον είχαν στα χέρια τους, δεν τολμούσαν να τον πιάσουν» (Θφ). «Γαζοφυλάκιο είναι το θησαυροφυλάκιο» (Ζ).
Όπως φαίνεται από τα Μάρκ. ιβ 41 και Λουκ. κα 1, ονόμαζαν έτσι κυρίως μεν τα χάλκινα κιβώτια, τα οποία 13 στον αριθμό ήταν προορισμένα να δέχονται τις προσφορές των πιστών, έπειτα όμως και το όλο διαμέρισμα ή δωμάτιο, όπου φυλάσσονταν και μαζεύονταν αυτές οι προσφορές. Αυτό βρισκόταν στην αυλή των γυναικών και σχεδόν επικοινωνούσε με τον τόπο, όπου βρισκόταν η αίθουσα όπου μαζευόταν το συνέδριο. Για αυτό εξηγείται η ιδιαίτερη εντύπωση που προκλήθηκε στον ευαγγελιστή από τον τόπο, όπου ο Ιησούς διακήρυξε τα λόγια αυτά και για αυτό αναφέρεται εδώ· ἐν τῷ γαζοφυλακίῳ λοιπόν σημαίνει κοντά στο γαζοφυλάκιο, όχι μέσα, αλλά κοντά (g). Και τονίζεται με αυτό ότι είπε τα λόγια αυτά στον τόπο εκείνο, όπου οποιοσδήποτε μπορούσε εύκολα να συλληφθεί και όπου υπήρχε μεγάλο πλήθος ανθρώπων (b).
(3)   Και επιπλέον είπε τα λόγια αυτά όχι με απλό τρόπο, αλλά διδάσκοντας, δηλαδή «από τη θέση του διδασκάλου, πράγμα που ήταν ικανό να τους ερεθίσει πιο πολύ» (Χ). Και μάλιστα διδάσκοντας στο ιερό, δημόσια και στον ίδιο το ναό των Ιεροσολύμων. Ο σιναϊτικός αποσιωπά το: διδάσκων ἐν τῷ ἱερῷ.
(4)   =Και όμως κανείς… (g). «Μολονότι οι Φαρισαίοι ήταν κυριευμένοι από υπερβολική οργή και έτριζαν τα δόντια τους και κατέχονταν κατά τρόπο παράλογο από λύπη για τα λεγόμενά του, δεν τον έπιασαν, αν και μάλιστα ήταν τότε πολύ εύκολο να το κάνουν αυτό» (Κ).
(5)   «Παρόλο που μιλούσε με τέτοιο θάρρος» (Ζ). Δες πώς τα χέρια τους είναι δεμένα, μολονότι οι γλώσσες τους είχαν λυθεί και ήταν αχαλίνωτες. Τόσο μεγάλη είναι η δύναμη του Ουρανού, για να δεσμεύει τις δυνάμεις του Άδη. Αόρατη δύναμη συγκρατεί τους διώκτες του Ιησού, παρόλο που αυτοί δείχνουν μανία εναντίον του. Ο Θεός μπορεί να δεσμεύει την οργή των ανθρώπων, όπως δεσμεύει και τα κύματα της θάλασσας. Ας μη φοβόμαστε λοιπόν οποιονδήποτε κίνδυνο, εφόσον βρισκόμαστε στην οδό του καθήκοντος. Διότι ο Θεός έχει δεσμεύσει με αλυσίδα το σατανά και τα όργανά του.
(6)   «Δηλαδή δεν είχε έρθει ακόμα ο καιρός του θανάτου του· δεν ήταν αυτός ορισμένος από κάποιον άλλον» αλλά «από αυτόν το ίδιο με τη συναίνεση του Θεού και Πατέρα» (Κ). Η ώρα «του να συλληφθεί και να φονευτεί» (Ζ). Επαναλαμβάνεται αυτό σχεδόν αυτολεξεί από το ζ 30 (β).
Η ώρα του δεν είχε έλθει, διότι το έργο του δεν είχε συντελεστεί, ούτε η μαρτυρία του είχε πλήρως δοθεί. Και η ώρα και της δικής μας αναχώρησης από τον κόσμο αυτόν εξαρτάται από την ορισμένη βουλή και απόφαση του Θεού. Θα έλθει βεβαίως· έρχεται και είναι στην πόρτα. Αλλά ούτε οι εχθροί μας μπορούν να επισπεύσουν την έλευσή της, ούτε οι φίλοι μας μπορούν να την επιβραδύνουν. Θα έλθει κατά τη στιγμή, την οποία έχει ορίσει ο επουράνιος Πατέρας μας. Και αυτή είναι η καταλληλότερη για κάθε άνθρωπο, ο οποίος ατενίζοντας με εμπιστοσύνη στο Θεό φωνάζει με αγαλλίαση: Στα χέρια σου είναι οι τύχες μου.

Ιω. 8,21Εἶπεν(1) οὖν(2) πάλιν(3) αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐγὼ ὑπάγω(4) καὶ ζητήσετέ με(5), καὶ ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ ὑμῶν ἀποθανεῖσθε(6)· ὅπου ἐγὼ ὑπάγω, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν(7).
Ιω. 8,21Είπε, λοιπόν, πάλιν εις αυτούς ο Ιησούς• “εγώ πηγαίνω προς τον Πατέρα μου και θα με αναζητήσετε αλλά δια την απιστίαν σας θα αποθάνετε ζυμωμένοι με την αμαρτίαν σας. Δι’ αυτό και όπου εγώ πηγαίνω, δεν ημπορείτε σεις να έλθετε”.
(1)   Ο σιναϊτικός γράφει: έλεγεν οὖν.
(2)   Το οὖν μάλλον υπαινίσσεται την ελευθερία, την οποία εξακολουθούσε να απολαμβάνει ο Ιησούς παρά τις διακηρύξεις του αυτές=Αφού δεν τον συνέλαβαν, λοιπόν είπε πάλι. Μολονότι δεν αποκλείεται να εκφώνησε τον ακόλουθο λόγο και σε άλλη μέρα, όμως τίποτα δεν εμποδίζει να δεχτούμε, ότι κατά την ίδια τελευταία ημέρα της γιορτής, όταν τα πλήθη που είχαν συρρεύσει για τη γιορτή, δεν είχαν ακόμη διαλυθεί, ο Κύριος χρησιμοποίησε την ευκαιρία αυτή να μιλήσει και πάλι προς τα πλήθη (g). «Και αυτά στο γαζοφυλάκιο στο ιερό πρόσθεσε μαζί με τα προηγούμενα και όχι μόνο αυτά αλλά και περισσότερα μέχρι το «αλήθεια σας λέω πριν να γίνει ο Αβραάμ εγώ είμαι» (Ω).
(3)   Ή, το «πάλιν» αναφέρεται στο ζ 34, όπου φέρεται ο Ιησούς να λέει· «Θα ζητήσετε και δεν θα βρείτε…». Και σημαίνεται με αυτό ότι και για δεύτερη τώρα φορά επαναλαμβάνει τον ίδιο λόγο (ο).
Ή, σημαίνει νέο λόγο, νέα ομιλία του Ιησού, όπως στο σ. 12 («Πάλι λοιπόν σε αυτούς…»), μετά από αυτήν που εκτέθηκε στους σ. 12-19 (β). Εξακολουθούσε να διδάσκει τους λίγους εκείνους, οι οποίοι αποδέχονταν τη διδασκαλία του, παρόλο που πολλοί αντιστέκονταν σε αυτήν. Αποτελεί αυτό παράδειγμα στους διακόνους του ευαγγελίου να μην αποκάμνουν και αποθαρρύνονται στο έργο τους, οποιεσδήποτε αντιδράσεις και αν συναντούν, διότι το λίγο μέρος που έχει μείνει θα σωθεί.
(4)   «Μεταβαίνω από την παρούσα ζωή» (Ζ) προς το Θεό, «δείχνοντας ότι προγνωρίζει το θάνατό του και ότι ο σταυρός δεν οφείλεται στη δική τους δύναμη, αλλά στο δικό του θέλημα. Διότι πηγαίνω, λέει, δεν με οδηγείτε εσείς, αλλά εγώ με τη θέλησή μου πορεύομαι» (Θφ).
«Λέει φανερά το «φεύγω», ώστε να εμφυτεύσει μέσα τους γρηγορότερη διάνοια, και σκεπτόμενοι ότι ο λυτρωτής είναι παρών και δεν πρέπει να τον αφήσουν να περνάει άπρακτος, να τους κεντρίσει προς την πίστη και να τους κάνει προθυμότερους πια προς υπακοή» (Κ). Αλίμονο σε εκείνους, από τους οποίους φεύγει ο Χριστός. Όταν ο Χριστός φεύγει, φεύγει και η δόξα μας, απομακρύνεται από εμάς το καταφύγιο και ο υπερασπιστής μας.
(5)   Πρόκειται για αναζήτηση όχι από πίστη (g), αλλά από απόγνωση (β). Θα τον ζητούσαν ως Μεσσία τους και ελευθερωτή τους όταν θα κυριεύονταν από τα ανεπανόρθωτα δεινά.
«Και αν ακόμα ζητήσετε τον χορηγό της σωτηρίας από άκαιρη πλέον υστεροβουλία, δεν θα τον βρείτε» (Κ).
Ως προς τον καθένα από εμάς το χωρίο εφαρμόζεται ως εξής: «Εάν από τη διάχυση που φέρνει η κακία καταστρέψουμε [τα σπέρματα της αλήθειας που σπάρθηκαν μέσα στην ψυχή μας] τότε θα μας πει: Φεύγω, έτσι ώστε και αν ακόμα τον αναζητάμε δεν θα τον βρούμε, αλλά θα πεθάνουμε μέσα στην αμαρτία μας» (Ω).
(6)   Και στην κατάσταση της αμαρτίας σας (β) θα πεθάνετε με θάνατο κάθε είδους (b) σώματος και ψυχής. Μέσα στην αμαρτία=Ή «μέσα σε κάθε αμαρτία σας» (Ζ). Ή, πιο σωστά, μέσα στο χωρισμό σας τον εσωτερικό της καρδιάς από το Θεό, εκδηλώσεις του οποίου είναι οι διάφορες αμαρτίες (g).
(7)   Τα ίδια λόγια απευθύνει και στους μαθητές στο ιγ 33. Αλλά η αδυναμία των μαθητών θα ήταν προσωρινή, διότι ο Κύριος προετοιμάζοντας στον ουρανό τόπο, θα ερχόταν να τους ζητήσει (ιδ 3). Για τους Ιουδαίους όμως ο χωρισμός θα ήταν πλήρης (g).
Αυτοί «θα μείνουν έξω από τα αγαθά της βασιλείας και δεν θα ανέβουν στις ουράνιες μονές… Διότι ποιος γενικά μπορεί να ακολουθήσει ποτέ τον πανάγιο Χριστό χωρίς να έχει αγαπήσει τον μέσω της πίστης καθαρισμό;» (Κ).
«Αρμόζει, λέει, να φύγω και όταν πάω εκεί, εμένα μεν δεν θα μπορέσετε να με πλησιάσετε, αλλά και θα τιμωρηθείτε για το αμάρτημα που διαπράξατε σε μένα» (Θμ).
Πολλοί από εκείνους, οι οποίοι για πολύ έζησαν στην αμαρτία, με ενέργεια της θείας χάρης σώθηκαν από το να πεθάνουν σε αυτήν. Για εκείνους όμως, οι οποίοι φεύγουν από τον κόσμο αυτόν του ελέους και μεταβαίνουν στον κόσμο της ανταπόδοσης κάτω από το βάρος της ενοχής της αμαρτίας που παρέμεινε ασυγχώρητη σε αυτούς, δεν απομένει πλέον κάποια παρηγοριά. Θα είναι αιώνια χωρισμένοι από το Χριστό, στον οποίο θα μπορούσαν να βρουν την ευτυχία τους. Όταν ο Χριστός έφυγε από τον κόσμο αυτόν μπήκε στον παράδεισο παίρνοντας μαζί του και τον ευγνώμονα ληστή, που μετανόησε και δεν πέθανε μέσα στην αμαρτία του. Αλλά κάθε αμετανόητος όχι μόνο από μόνος του δεν έρχεται στο Χριστό, αλλά ούτε μπορεί να έλθει προς αυτόν. Είναι ηθικά αδύνατον αυτό, διότι ο ουρανός δεν θα ήταν ουρανός και τόπος ευφροσύνης για εκείνους, οι οποίοι δεν έχουν εξαγιαστεί και είναι ακατάλληλοι για αυτόν.

Ιω. 8,22 ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι· μήτι ἀποκτενεῖ(1) ἑαυτόν, ὅτι λέγει, ὅπου ἐγὼ ὑπάγω, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν;
Ιω. 8,22 Ελεγαν τότε οι Ιουδαίοι• “μήπως θανατώση μόνος του τον ευατόν του; Διότι λέγει, ότι όπου εγώ πηγαίνω, σεις δεν ημπορείτε να έλθετε”.
(1)   Κακοηθέστατη σκέψη! Μάλλον οι Ιουδαίοι επρόκειτο να τον θανατώσουν (b). Μιλούν μάλλον ειρωνικά και κοροϊδευτικά. Η έννοια των λόγων είναι: Για να λέει, ότι δεν μπορούμε να πάμε κοντά του, σημαίνει, ότι σκέφτεται να αυτοκτονήσει και ασφαλώς εμείς δεν θα τον ακολουθήσουμε ποτέ στον Άδη. Η κοροϊδευτική αυτή παρατήρηση εξηγείται, χωρίς να είναι αναγκαίο να ανατρέξουμε στην ιδέα κάποιας ιδιαίτερης τιμωρίας, η οποία ανέμενε στον Άδη αυτούς που αυτοκτονούσαν (Ιωσήπ. Ιουδ. Πολ. ΙΙΙ,8,5, όπου λέγεται ότι «Άδης σκοτεινότερος» ήταν ο τόπος της τιμωρίας αυτών που αυτοκτονούν g).
«Σαν να εννοούν ότι ο μεν Ιησούς θα φονεύσει τον εαυτό του και θα βρεθεί στον τόπο αυτών που αυτοκτόνησαν και τιμωρούνται για αυτό, αλλά οι Ιουδαίοι δεν μπορούν να πάνε εκεί για αυτόν το λόγο, για το ότι δηλαδή δεν έγιναν ένοχοι για το ίδιο αμάρτημα στον εαυτό τους» (στον Ωριγένη, ο οποίος δεν την αποδέχεται).

Ιω. 8,23 καὶ εἶπεν αὐτοῖς(1)· ὑμεῖς ἐκ τῶν κάτω(2) ἐστέ, ἐγὼ ἐκ τῶν ἄνω εἰμί· ὑμεῖς ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἐστέ, ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου(3).
Ιω. 8,23 Και είπεν προς αυτούς• “σεις είσθε από τα κάτω. Εγώ όμως είμαι εκ των άνω. Σεις είσθε από τον αμαρτωλόν τούτον κόσμον. Ενώ εγώ δεν προέρχομαι από τον κόσμον τούτον.
(1)   Υπάρχει και η γαρφή: Έλεγεν. Φαίνεται ότι δεν απαντά αμέσως στην υπόνοια που διατύπωσαν. Παρ’ όλα αυτά καθορίζει τον πραγματικό λόγο, για τον οποίο δεν ήταν δυνατόν μετά θάνατον να είναι αυτοί μαζί του (ο).
(2)   Ή, με τη φράση «εκ των κάτω» δηλώνει ό,τι και με το ακόλουθο «από αυτόν τον κόσμο είστε» και αποσαφηνίζει το πρώτο με το δεύτερο=Είστε «από τη γη, όχι ότι το σώμα τους ήταν από τη γη, αλλά ότι ήταν γήινο το φρόνημά τους… Κόσμο εδώ λέει το κοσμικό και κακό και γήινο φρόνημα. Όπως ακριβώς δηλαδή πνεύμα λέγεται το πνευματικό φρόνημα και σάρκα το σαρκικό, έτσι και γη και κόσμος λέγεται το γήινο και κοσμικό» (Ζ). Δηλώνει όχι διαφορά βαθμού ή τόπου αλλά ηθικό ανταγωνισμό (C).
Ή, με την πρώτη μεν φράση σημαίνεται η καταγωγή και προέλευση, ενώ με τη δεύτερη η εσωτερική τους διάθεση και ηθική κατάσταση=
«Εσείς προέρχεστε από κάτω, δηλαδή από φύση που υπόκειται στο θάνατο και πέφτει στη φθορά και τη δειλία», ενώ εγώ «είμαι από ψηλά, δηλαδή Θεός από Θεό… Το «από ψηλά» υποδηλώνει τη γέννηση του Υιού από τον Θεό Πατέρα». Για αυτό και χρησιμοποιεί «το «Είμαι», για να δείξει και από πού είναι, και ότι συνυπήρχε αιώνια με εκείνον τον ίδιο που τον γέννησε» (Κ). Δεχόμενοι την ερμηνεία αυτή θα συνδέσουμε με τα παραπάνω μάλλον ως εξής: «Δεν ταιριάζει λοιπόν σε μένα περισσότερο το να πεθάνω, λέει, και να φύγω· διότι είμαι από επάνω… αλλά αυτό είναι πιο ταιριαστό σε εσάς, διότι προέρχεστε από κάτω» (Κ). Ως προς τα πιο κάτω λόγια θα τα πάρουμε με έννοια ηθική δηλαδή το «από αυτόν τον κόσμο»= από τον κόσμο αυτόν τον αμαρτωλό, τον ηθικά χωρισμένο από το Θεό, έχοντας γήινα και σαρκικά και αμαρτωλά φρονήματα. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή μπορεί κάποιος να είναι από τα κάτω, δηλαδή από φύση φθαρτή και γήινη και όμως συγχρόνως να μην είναι από τον κόσμο αυτόν, αλλά ηθικά να είναι ουράνιος άνθρωπος. Η πρώτη ερμηνεία πιο πιθανή.
Ο Κύριος ως άνθρωπος όμοιος με εμάς ήταν εξ’ ολοκλήρου νεκρός ως προς τα πλούτη του κόσμου, τις ανέσεις του σώματος και τη δόξα των ανθρώπων, και εξ’ ολοκλήρου αιχμαλωτισμένος από τα θεία και ουράνια πράγματα. Για αυτό κανείς δεν μπορεί να είναι μαζί του παρά μόνο εκείνοι, οι οποίοι έχουν γεννηθεί από ψηλά και βρίσκονται σε κοινωνία με τα ουράνια. Αντιθέτως οι Φαρισαίοι είχαν σαρκικό και κοσμικό πνεύμα. Ποια σχέση λοιπόν μπορούσε να έχει μαζί τους ο Χριστός;
(3)   «Δεν σημαίνει ότι δεν έχει πάρει σάρκα, αλλά ότι είναι μακριά από την πονηρία εκείνων» (Χ). Είχε και τη φθαρτή ανθρώπινη φύση πλήρη, αλλά ηθικά ανήκε σε άλλον κόσμο. «Εγώ επειδή δεν είμαι από αυτόν τον κόσμο, δηλαδή δεν φρονώ τίποτα κοσμικό και γήινο, δεν θα μπορούσα να φτάσω ποτέ σε τέτοιο σημείο τρέλας, ώστε να φονεύσω τον εαυτό μου» (Θφ).

Ιω. 8,24 εἶπον οὖν ὑμῖν ὅτι ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν(1)· ἐὰν γὰρ μὴ πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰμι(2), ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν(3).
Ιω. 8,24 Δι’ αυτό και σας είπα ότι θα αποθάνετε ζυμωμένοι με τας αμαρτίας σας. Εάν δε δεν πιστεύσετε ότι εγώ είμαι ο Μεσσίας, ο αληθινός και μοναδικός Σωτήρ, θα αποθάνετε βυθισμένοι εις τας αμαρτίας σας”.
(1)   «Διότι εάν για αυτό ήλθε, για να σηκώσει την αμαρτία του κόσμου και δεν είναι δυνατόν να διώξει αυτήν με άλλο τρόπο… είναι αναγκαστικό εκείνος που δεν πιστεύει να έχει τον παλαιό άνθρωπο… και θα πάει εκεί για να δώσει λόγο για τις προηγούμενες αμαρτίες του» (Χ).
«Διότι όλοι γεννηθήκαμε μέσα σε αμαρτίες, και προσθέσαμε κατά τη ζωή μας και άλλες και γίναμε «από τον κόσμο αυτόν» περισσότερο από ό,τι όταν γεννηθήκαμε από τους γονείς μας» (Αυ).
(2)   «Δηλαδή ο Χριστός, ο υιός του Θεού» (Ζ). Χωρίς κατηγορούμενο ή σε σχέση με τις προφητείες της Π.Δ. για αυτόν= «Εγώ είμαι αυτός για τον οποίο έχει γραφτεί στους προφήτες… «Εγώ είμαι, εγώ είμαι αυτός που εξαλείφει τις αμαρτίες σου (Ησ. μγ 25)… Εγώ είμαι και αυτός τον οποίο κήρυττε ο νόμος ο δοσμένος μέσω του Μωϋσή λέγοντας τα εξής: «Προφήτη θα αναδείξει…»» (Κ).
Ή, πιο σωστά, σε σχέση με την έκφραση την οποία χρησιμοποιεί για τον εαυτό του ο Θεός στην Π.Δ. (όπως στο Δευτ. ιβ 39, «Δείτε, δείτε, ότι εγώ είμαι…» και στο Ησαΐου μγ 10 «για να γνωρίσετε και να καταλάβετε ότι εγώ είμαι») με την έννοια του εγώ μόνος είμαι και δεν είναι άλλος (g). Το «ότι εγώ είμαι» πρέπει να το πάρουμε με απόλυτη έννοια σύμφωνα με την οποία ο Χριστός παρουσιάζεται συμμέτοχος της θεότητας του Πατέρα (μ). Η αληθινή πίστη δεν αποκοιμίζει την ψυχή με κενές λέξεις ευχάριστου τραγουδιού, αλλά αφυπνίζει αυτήν με τη διδασκαλία για τη μεσιτεία του Χριστού, η οποία είναι αδιάψευστη πραγματικότητα που φέρνει πραγματικά και σωτήρια αποτελέσματα.
(3)   Πόσο αναγκαίο είναι να πιστεύουμε ότι ο Ιησούς είναι ο Κύριος, ότι «αυτός είναι». Εάν δεν έχουμε την πίστη αυτήν, θα πεθάνουμε μέσα στις αμαρτίες μας, διότι χωρίς πίστη είναι αδύνατον να σωθούμε από τη δύναμη της αμαρτίας, και συνεπώς θα εξακολουθούμε να είμαστε αιχμάλωτοι αυτής και να ζούμε σε αυτήν. Μόνο η διδασκαλία του Χριστού και η χάρη του Πνεύματος η οποία μας δίνεται μέσω αυτού είναι ο ισχυρός παράγοντας που μπορεί να μας στρέψει από την αμαρτία στο Θεό.
Η χάρη αυτή όμως δίνεται και η αλήθεια που διδάσκεται από το Χριστό κατανοείται μόνο εάν έχουμε πίστη στο Χριστό. Εάν ο Χριστός δεν μας ελευθερώσει και δεν γιατρεύσει τις ψυχές μας, σίγουρα θα πεθάνουμε μέσα στις αμαρτίες μας. Ομοίως χωρίς πίστη είναι αδύνατον να σωθούμε από την ενοχή και τις ποινές της αμαρτίας και συνεπώς όταν πεθάνουμε, θα ισχύσει και για εμάς ο λόγος του Κυρίου: «αυτός όμως που απίστησε θα κατακριθεί» (Μάρκ. ιστ 16). Η απιστία είναι αμαρτία που κατακρίνει και καταδικάζει όποιον την διαπράττει· είναι αμαρτία εναντίον του φαρμάκου, το οποίο η αγαθότητα του Θεού χορήγησε για σωτηρία μας.

Ιω. 8,25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· σὺ τίς εἶ(1); καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· τὴν ἀρχὴν(2) ὅτι καὶ λαλῶ ὑμῖν.
Ιω. 8,25 Είπαν τότε προς αυτόν• “ποίος είσαι συ, που ισχυρίζεσαι ότι χωρίς σε δεν ημπορούμεν να σωθώμεν;” Και απήντησεν εις αυτούς ο Ιησούς• “είμαι ο,τι ευθύς εξ αρχής και συνεχώς λέγω προς σας.
(1)   «Το έλεγαν αυτό από κακία και για να τον δοκιμάσουν» (Ζ), «όχι ώστε, αφού μάθουν, να πιστέψουν» (Κ). «Μετά από τόσο χρόνο και θαύματα και διδασκαλία, ρωτούν Εσύ ποιος είσαι;» (Χ). Επειδή άκουσαν τον Κύριο να διαβεβαιώνει «Εγώ είμαι», εξανίστανται και ρωτούν: «Μήπως άραγε τολμάς να φρονείς για τον εαυτό σου κάτι μεγαλύτερο από αυτά που ξέρουμε εμείς;… Το «Εσύ» λέγεται με έμφαση… σαν να λένε, εσύ που δεν είσαι απολύτως τίποτα… ο ασήμαντος και από ασήμαντους, τι λαμπρό έχεις να πεις για τον εαυτό σου;» (Κ).
(2)   Υπάρχει πλήθος ερμηνειών. Εάν πάρουμε το «την αρχήν» με έννοια χρονική, υπάρχουν οι εξής ερμηνείες: «Την αρχή του λόγου την έκανα σε εσάς, και σας είπα κάτι από αυτά που έχουν το γνώρισμα να ωφελούν» (Κ). Ή «είμαι η αρχή (τον όντων), ό,τι επίσης είπα σε εσάς. Πιστέψτε σε εμένα την αρχή, ότι είμαι η αρχή» (Αυ). Ή, από την αρχή και προαιωνίως είμαι ό,τι σας λέω. Ή, από την αρχή σας λέω και δεν έπαυσα ποτέ να σας λέω τι είμαι. Από την αρχή του κηρύγματός μου. Εκείνο, το οποίο από την αρχή και σας λέω, αυτό είμαι (δ).
Εάν πάρουμε το «την αρχήν» με έννοια λογική αντί για επίρρημα (=τελείως, εξ’ ολοκλήρου, προ παντός) υπάρχουν οι εξής ερμηνείες: Ή «είστε όλως διόλου ανάξιοι να ακούτε τα λόγια μου» (Χ). «Και που σας μιλάω, είναι τελείως περιττό» (Ζ). Σχετική φράση με αυτό το νόημα αυτή στον Κλήμη Ομιλ. VI 11 «Αν δεν παρακολουθείς αυτά που λέω, τι νόημα έχει και που σου μιλάω απλώς;». Ή, ακριβώς και εξ’ ολοκλήρου είμαι ό,τι σας λέω. Απολύτως ό,τι σας λέω. Με την τελευταία αυτή έννοια υπάρχουν και στους κλασσικούς περιπτώσεις παρόμοιας χρήσης. Συμφωνεί μάλιστα άριστα η ερμηνεία αυτή και με αυτά που ακολουθούν, ὅτι καὶ λαλῶ ὑμῖν. Όχι που σας είπα, ούτε που θα σας πω, αλλά που ήδη σας λέω (g). Η έκφραση είναι επιρρηματική, στην οποία η ιδέα του χρόνου εξαφανίζεται πλήρως και αποβαίνει να έχει την ίδια σημασία με το: γενικά, εξ’ ολοκλήρου (C).

Ιω. 8,26 πολλὰ ἔχω(1) περὶ ὑμῶν λαλεῖν καὶ κρίνειν(2)· ἀλλ᾿(3) ὁ πέμψας με ἀληθής ἐστι, κἀγὼ ἃ ἤκουσα παρ᾿ αὐτοῦ, ταῦτα λέγω εἰς τὸν κόσμον(4).
Ιω. 8,26 Πολλά ακόμη έχω να πω δια σας και να σας κρίνω, δεν θα τα δεχθήτε όμως. Αλλά εκείνος που με έστειλε, είναι απολύτως αληθινός, και εγώ όσα ήκουσα από αυτόν, αυτά ακριβώς λέγω στον κόσμον, πάντοτε δηλαδή αληθινά και δίκαια”.
(1)   Κάποιοι συνέδεσαν με τα προηγούμενα θεωρώντας, ότι αποτελεί ο στίχος συνέχεια της πρότασης του στίχου 25 και έβαλαν τα σημεία στίξης ως εξής: τὴν ἀρχὴν – ὅτι καὶ λαλῶ ὑμῖν- πολλὰ ἔχω περὶ ὑμῶν λαλεῖν καὶ κρίνειν (=Προς το παρόν –διότι είναι ακόμα καιρός να σας μιλώ- έχω πολλά να σας πω.
Ή, βεβαίως έχω –και αυτό κάνω μιλώντας προς εσάς- πολλά να σας πω). Η στίξη αυτή δεν είναι φυσική και αυτή η σύνδεση είναι βεβιασμένη. Ο διαχωρισμός του στίχου αυτού από τον προηγούμενο με τελεία, παρουσιάζεται φυσικότερος. Όσον αφορά στη λογική σύνδεση του σ. 26 με τα παραπάνω, αυτή δεν παρουσιάζεται δύσκολη, εφόσον τον μεν σ. 25 τον θεωρήσουμε ως ερώτηση-απάντηση που παρεμβλήθηκε και τον παρόντα στίχο ως συνέχεια του σ. 24. Ο Ιησούς αφού απάντησε στο ερώτημα που του τέθηκε, Εσύ ποιος είσαι; εξακολουθεί τους ελέγχους του των στίχων 21-24= Εκτός από αυτά που σας είπα (στους σ. 21-24), έχω και άλλα πολλά να σας πω… (g).
(2)   «Πολλά μπορώ να πω για σας για κατηγορία και να κρίνω για τιμωρία» (Ζ). Το κρίνω δηλαδή με την έννοια του καταδικάζω και κατακρίνω. Μπορούμε όμως να το πάρουμε και με την έννοια του δικάζω απλώς.
(3)   Αντιθετικός σύνδεσμος. Με ποια έννοια αντιτίθεται στο «πολλά έχω… και κρίνειν»; Ή, «αλλά δεν θέλω τώρα, διότι ούτε ο Πατέρας μου θέλει» (Ζ). «Διότι δεν έστειλε ο Θεός τον Υιό του για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να σώσει τον κόσμο. Αν λοιπόν για αυτό με έστειλε, και είναι αληθινός, εύλογα εγώ δεν κρίνω κανέναν τώρα» (Χ).
Ή, πιο σωστά «Αλλά εάν φαίνομαι ότι είμαι ενοχλητικός λέγοντάς σας αυτά, αν δεν είμαι δεκτός μάρτυρας για τα φυσικά αξιώματα που υπάρχουν σε εμένα, όμως εκείνος που με έστειλε είναι αληθινός, και εγώ αυτά που άκουσα… λέω… Λέω τα ίδια, λέει, με τον πατέρα μου που με έστειλε, λέω λόγια σύμφωνα με τα λεγόμενα εκείνου… Επομένως εάν ψεύδομαι κατά τη γνώμη σας… είναι ανάγκη να πείτε οπωσδήποτε ότι έχει ψευσθεί προηγουμένως ο Πατέρας. Αλλά είναι αληθινός. Άρα λοιπόν δεν έχω διαψευστεί» (Κ). «Κρίνω την αλήθεια, διότι ως Υιός του Ενός αληθινού, είμαι αλήθεια» (Αυ).
(4)   Έχει την ίδια έννοια με το ε 30, «καθώς ακούω κρίνω». Ο αόριστος ήκουσα δεν αναφέρεται μόνο στην προαιώνια ύπαρξη, αλλά και στο χρόνο της σάρκωσης και μάλιστα στο χρόνο κατά τον οποίο μιλούσε σε αυτούς. Δηλαδή «άκουσα από αυτόν και τα άλλα και ότι είμαι φως εθνών» (Ζ), και τώρα, που μιλώ σε σας, μιλώ σύμφωνα με ό,τι ακούω από τον Πατέρα. Υπάρχει και η γραφή: λαλώ.
Στάλθηκε ως μάρτυρας για το λαό, «μαρτυρία στα έθνη» (Ησ. νε 4) και είναι ο Αμήν, ο μάρτυρας ο πιστός (Αποκ. γ 14). Δεν απέκρυψε τη διδασκαλία του, αλλά κήρυξε αυτήν στον κόσμο, όπως παρέλαβε αυτήν από τον πατέρα του, χωρίς να αλλοιώσει ή να μεταβάλλει κάτι, ή να απομακρυνθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τις οδηγίες, τις οποίες ως άνθρωπος έλαβε από αυτόν που τον έστειλε σε εμάς. Και παρόλο που αυτός δεν θα κατέκρινε εκείνους, οι οποίοι απιστούσαν στη διδασκαλία του, όμως ο Πατέρας πρόκειται να λογαριαστεί μαζί τους και θα αποδειχτεί αληθινός και σε ό,τι προανήγγειλε μέσω του Μωϋσή για τον προφήτη, τον οποίο θα εμφάνιζε ανάμεσά τους: «καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὃς ἐὰν μὴ ἀκούσῃ ὅσα ἂν λαλήσῃ ὁ προφήτης ἐκεῖνος ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ ἐκδικήσω ἐξ αὐτοῦ (=Καθε δε άνθρωπο, ο οποίος θα παρακούσει όσα στο όνομά μου θα πει ο προφήτης εκείνος, εγώ θα τον τιμωρήσω» (Δευτ. ιη 19).

Ιω. 8,27 οὐκ ἔγνωσαν ὅτι τὸν πατέρα αὐτοῖς ἔλεγεν(1).
Ιω. 8,27 Οι Ιουδαίοι όμως δεν αντελήφθησαν ότι τους έκανε λόγον δια τον ουράνιον Πατέρα του.
(1)   To «έλεγε» έχει την έννοια του «έλεγε για». Από το σ. 21, μολονότι ο Ιησούς μιλά για αυτόν που τον έστειλε, ούτε μία φορά δεν αναφέρει ούτε το όνομα του Θεού, ούτε του Πατέρα. Μιλώντας ο Κύριος για την ιδιαίτερη σχέση του με τον Πατέρα και για τη μαρτυρία του Πατέρα για αυτόν, φυσικό ήταν να γίνει ακατανόητος σε ανθρώπους οι οποίοι παρακολουθούσαν τα λόγια του όχι με πίστη και εμπιστοσύνη και διάθεση ειλικρινή και ευθεία (g). Με την επίκρισή του αυτή ο Ιωάννης εκδηλώνει την έκπληξή του για την απιστία και τύφλωση των Ιουδαίων (b), οι οποίοι δεν αντιλήφθηκαν, ότι μιλούσε για τη σχέση του με το Θεό και υπέθεσαν, ότι μιλούσε για σχέση με κάποιον, ο οποίος δεν ήταν παρών και όχι για σχέση και ένωσή του με εκείνον, τον οποίον κανείς δεν έχει δει ποτέ (χ).
Και «ο πνευματοφόρος (Ιωάννης) νιώθει πάλι κατάπληξη από την αναισθησία των Ιουδαίων» (Κ). Δες εδώ τη δύναμη του σατανά που τυφλώνει τις διάνοιες εκείνων οι οποίοι δεν πιστεύουν. Παρόλο που ο Χριστός μίλησε τόσο σαφώς για τον ουράνιο Πατέρα του, δεν αντιλήφθηκαν εκείνοι ποιόν εννοούσε, αλλά υπέθεσαν ότι μιλούσε για κάποιον πατέρα του που ζούσε στη Γαλιλαία. Έτσι οι σαφέστερες αλήθειες γίνονται αινίγματα σε εκείνους, οι οποίοι κρατούν ισχυρά τις προκαταλήψεις τους.

Ιω. 8,28 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ὅταν ὑψώσητε(1) τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου(2), τότε(3) γνώσεσθε(4) ὅτι ἐγώ εἰμι(5), καὶ ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ ποιῶ(6) οὐδέν, ἀλλὰ καθὼς ἐδίδαξέ με ὁ πατήρ μου, ταῦτα λαλῶ(6).
Ιω. 8,28 Είπε τότε προς αυτούς ο Ιησούς• “όταν υψώσετε επάνω στον σταυρόν τον υιόν του ανθρώπου, τότε θα μάθετε ότι είμαι ο Υιός του Θεού και ότι από τον ευατόν μου εγώ δεν κάνω τίποτε απολύτως, αλλά όπως με εδίδαξε ο Πατήρ μου, αυτά ακριβώς λέγω.
(1)   «Η ύψωση για την οποία μιλά είναι αυτή του Πάθους του και όχι η ένδοξη ανάβασή του στους ουρανούς» (Αυ). «Όταν θα με κρεμάσετε ως άνθρωπο πάνω στο σταυρό» (Ζ). Για την έννοια του υψώσετε δες γ 14 (g). Ότι δεν πρόκειται για την ύψωση με την ανάληψη, αποδεικνύεται από το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο. Οι Ιουδαίοι ύψωσαν τον Κύριο πάνω στο Σταυρό (β,ο,g).
(2)   Αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση, λόγω της οποίας περιφρονείται μεν τώρα και απορρίπτεται από τους Ιουδαίους και έγινε παθητός και υποκείμενος σε θάνατο.
(3)   Θα μάθετε τότε από τα γεγονότα, ό,τι τώρα δεν παραδέχεστε με εμπιστοσύνη στο λόγο μου (b). Θα γνωρίσετε τότε «εξαιτίας και των θαυμάτων και της ανάστασης και της άλωσης (των Ιεροσολύμων)» (Χ). «Διότι μετά που σταυρώθηκε αυτός και έγιναν τα φοβερά εκείνα θαύματα… κατάλαβαν… ότι ήταν όντως θεϊκός άνθρωπος και συμπάσχει με αυτόν η κτίση» (Ζ), όπως και στην Πεντηκοστή. Ο θάνατος του Ιησού εξασφάλισε την έκχυση του Αγίου Πνεύματος, το οποίο θα έπειθε τον κόσμο για το ποιος ήταν ο Ιησούς. Αλλά και όταν «θα υπομείνουν ανυπόφορη συμφορά, την προερχόμενη δηλαδή από τον πόλεμό τους εναντίον των Ρωμαίων, ο οποίος συνέβη σε αυτούς μετά το Σταυρό του Σωτήρα εξαιτίας της ουράνιας και εκ μέρους του Θεού οργής» (Κ), τότε θα καταλάβετε.
(4)   Άλλοι μεν πίστεψαν και μάλιστα κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, άλλοι όμως αν και αντιλήφθηκαν την πλάνη τους σκληρύνθηκαν. «Και οι ίδιοι οι άρχοντες των Ιουδαίων κατάλαβαν τότε… έστω και αν είχαν πατήσει τη συνείδησή τους… Διότι λέει… ο Ματθαίος, ότι… «έδωσαν αρκετά αργύρια στους στρατιώτες, λέγοντας· πείτε ότι οι μαθητές του… τον έκλεψαν»» (Ζ).
(5)   Δες σ. 24. «Ως Θεός έχει πει το «Εγώ είμαι»» (Ζ). «Δηλαδή ο Χριστός, ο Υιός του Θεού» (Χ), «ο Θεός που μπορεί τα πάντα» (Κ). Παράλληλο αυτού είναι το Ματθ. κστ 64.
(6)   Και αυτό εξαρτάται από το γνώσεσθε.
«Και τα δύο λοιπόν θα μάθετε, και τη δύναμή μου, όταν με σταυρώσετε, και την ομόνοια με τον Πατέρα. Διότι ο Πατέρας δεν θα έπαιρνε εκδίκηση για μένα, παραδίδοντας την πόλη στους Ρωμαίους ούτε θα επιτελούσε θαύματα στο σταυρό, εάν δεν ήμουν Υιός του και δεν είχαν την ίδια γνώμη με αυτόν» (Θφ).
Με τα ποιῶ και λαλῶ φανέρωσε «και τη δύναμή του και την ομόνοια με τον Πατέρα· διότι το «από τον εαυτό μου δεν λέω τίποτα» δείχνει το απαράλλακτο της ουσίας και το ότι δεν λέει τίποτα έξω από τις πατρικές σκέψεις» (Χ).
«Επειδή είμαι ίσος με τον Πατέρα, αυτά που θέλει, αυτά θέλω· διότι σε εμάς υπάρχει ένα θέλημα, όπως ακριβώς και μία δύναμη» (Ζ).
Αυτά τα λόγια λοιπόν μπορούν να αναφερθούν και στη θεία φύση του Λόγου. Αλλά σε μια τέτοια περίπτωση θα έχουμε υπ’ όψη ότι «μιλά μεν με πιο ανθρώπινο τρόπο επειδή οι Ιουδαίοι δεν μπορούν να καταλάβουν αλλιώς… και… αφαιρώντας το μεγαλύτερο μέρος της θεοπρεπούς αξίας του… διαπλάθει τον λόγο άριστα σύμφωνα με τις αδυναμίες των ακροατών του και… κάνει τον λόγο τέτοιο που να ταιριάζει σε ανθρώπους» (Κ).
Έτσι και το «όπως με δίδαξε ο Πατέρας» θα ερμηνεύσουμε όχι ότι «ότι ο Υιός χρειάζεται γενικά μάθηση ως προς κάτι» αλλά με την έννοια ότι «καθόλου δεν έχω δική μου γνώμη, αλλά έχω την ίδια θέληση πάντοτε με το Θεό και Πατέρα… και λέω… όσα γνωρίζω ότι λέει αυτός· διότι έχω την ίδια ουσία με αυτόν που με γέννησε» (Κ).
«Το «με δίδαξε ο Πατέρας» έχει την ίδια σημασία με το «ο Πατέρας με γέννησε να γνωρίζω ήδη»… Από αυτόν λοιπόν έχει την γνώση, από τον οποίο έχει και την ύπαρξη. Όχι ότι από αυτόν είχε πρώτα την ύπαρξη και έπειτα έλαβε τη γνώση, αλλά όπως με τη γέννηση έδωσε σε αυτόν την ύπαρξη, έτσι με τη γέννηση έδωσε σε αυτόν τη γνώση» (Αυ).
Ομοίως και ως προς το «από τον εαυτό μου δεν κάνω τίποτα», «δεν θα πούμε οπωσδήποτε ότι αυτός κατηγορεί τη φύση του ως αδύναμη σε κάτι» αλλά λέει αυτό «επειδή έχει σε όλα συνθελητή και ομογνώμονα… τον Θεό και Πατέρα… Όντας της ίδιας ουσίας ο Μονογενής με εκείνον που τον γέννησε… θα πράξει μεν αυτά ακριβώς… που θα πράξει και ο ίδιος ο Πατέρας. Αυτό σημαίνει το δεν κάνει τίποτα από μόνος του· θα πει λοιπόν οπωσδήποτε αυτά που λέει εκείνος που τον γέννησε, όχι ως βοηθός ή έχοντας πάρει εντολή ή ως μαθητής, αλλά ως έχοντας καρπό της ίδιας φύσης, το να χρησιμοποιεί τα λόγια του Θεού και Πατέρα» (Κ).

Ιω. 8,29 καὶ ὁ πέμψας με(1) μετ᾿ ἐμοῦ ἐστιν(2)· οὐκ ἀφῆκέ με μόνον ὁ πατήρ, ὅτι ἐγὼ τὰ ἀρεστὰ αὐτῷ ποιῶ(3) πάντοτε(4).
Ιω. 8,29 Και εκείνος, που με έστειλε, είναι μαζή μου. Δεν με αφήκε ποτέ μόνον ο Πατήρ, διότι εγώ πράττω πάντοτε αυτά που του είναι ευάρεστα”.
(1)   Εσείς μπορεί να με απορρίπτετε και να συνασπίζεστε εναντίον μου με αισθήματα αδιάλλακτα εχθρικά. Παρ’ όλα αυτά δεν είμαι μόνος, διότι ο Πατέρας μου ο οποίος με έστειλε, είναι μαζί μου (ο). Μπορεί και η πρόταση αυτή να εξαρτηθεί από το γνώσεσθε του προηγούμενου στίχου.=Θα μάθετε, ότι εγώ είμαι και ότι δεν κάνω τίποτα από τον εαυτό μου και ότι αυτός που με έστειλε είναι μαζί μου (g).
(2)   Μπορούμε να το πάρουμε ότι αποδίδεται και στην ανθρώπινη και στη θεία φύση του Κυρίου. Πιο σωστά, στην ανθρώπινη.= «Αν αυτό το λέει ως άνθρωπος μεν, μπορούμε να πούμε, ότι είναι μεν παντού ο Θεός,… αλλά λέγεται ότι είναι περισσότερο μαζί με τους άξιούς του» (Ζ), και πολύ περισσότερο με τον Υιό του που ενανθρώπησε.
Εάν αποδώσουμε αυτό στη θεία φύση.= «Όταν λέει το «μαζί μου» σημαίνει πάλι κάτι θεοπρεπές και μυστικό· διότι ασφαλώς δεν θα θεωρήσουμε ότι αυτός λέει εκείνο, ότι, όπως συμβαίνει να ενεργεί ο Θεός σε έναν προφήτη τυχόν… αλλά… λέει το «μαζί μου» με άλλο τρόπο· διότι υπάρχει, λέει, στην ίδια με μένα φύση εκείνος που με έστειλε… Κατ’ ανάγκη παρουσιάζει τώρα τον Πατέρα να είναι μαζί του και ομοούσιο με τον εαυτό του, για να πιστεύεται πλέον ότι διδάσκει τα λόγια εκείνου, ως Θεός τα από το Θεό λεγόμενα, και παρακινούμενος από τη φυσική ιδιότητα εκείνου που τον γέννησε στο να λέει αυτά που πρέπουν στο Θεό» (Κ). Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή «για να μη νομίσουν ότι η φράση «αυτός που με έστειλε» σημαίνει μείωσή του, λέει το «είναι μαζί μου». Διότι το μεν πρώτο είναι απόδειξη της οικονομίας, ενώ το δεύτερο της θεότητας» (Χ), «επειδή η Αγία Τριάδα έχει το αχώριστο… και είναι ενωμένη με την ίδια ουσία» (Ζ). Διότι αν και με έστειλε ως άνθρωπο, αλλά δεν χωρίστηκα λοιπόν από αυτόν, αλλά είναι μαζί μου, συνυπάρχοντας ως Θεός με Θεό» (Θφ).
(3)   Ουδέποτε κατά τη διάρκεια της πάνω στη γη φανέρωσης του Κυρίου εγκαταλείφθηκε ποτέ από τον Πατέρα, διότι πάντοτε ο Πατέρας τον έβλεπε να κάνει τα αρεστά σε αυτόν. Η πλήρης υποταγή του Ιησού Χριστού προς τον Πατέρα διατηρούσε αδιάσπαστη και στενή τη σχέση του ως ανθρώπου με τον Πατέρα. Ο Πατέρας ευαρεστούνταν στον Ιησού Χριστό και έμενε μέσα σε αυτόν ως πρόσωπο που κάνει τα αρεστά σε αυτόν πάντοτε. Τονίζεται η ανθρώπινη φύση του Κυρίου και η ηθική τελειότητά του ως ανθρώπου και η από αυτήν επικοινωνία του με το Θεό (g).
Κανείς ποτέ άνθρωπος δεν θα μπορούσε να πει αυτό για τον εαυτό του. «Διότι σε πολλά φταίμε όλοι». Μόνον ο Κύριός μας δεν δυσαρέστησε ποτέ τον Πατέρα του, αλλά «εκπλήρωσε κάθε δικαιοσύνη». Και αυτό υπήρξε απαραίτητος όρος, ώστε η θυσία του να έχει αξία και ισχύ αιώνια και απεριόριστη. Από αυτό επίσης διδασκόμαστε, ότι όταν οι δούλοι και διάκονοι του Θεού πράττουν πάντοτε τα αρεστά σε αυτόν, μπορούν να είναι βέβαιοι, ότι η παρουσία του και η βοήθειά του θα είναι πάντοτε μαζί τους.
Μπορεί όμως να αποδοθεί αυτό και στη θεία φύση ως εξής: Κάνει τα αρεστά στον Πατέρα «επειδή ακριβώς έχει την ίδια γνώμη και θέλει πάντοτε για οτιδήποτε αυτό που θέλει εκείνος που τον γέννησε, και τίποτα δεν επεδίωξε να το κάνει από μόνος κατά κάποιο τρόπο και ξεχωριστά. Και δεν θα νομίσουμε βεβαίως… ότι ο Υιός με αυτά δείχνει κάποια προαιρετική και αυξητική αρετή, αλλά μάλλον είναι καρπός της αμετάβλητης φύσης του… ως Θεός που είναι και προέρχεται από Θεό κατά φύση, φθάνει στο να έχει την ίδια θέληση, και, για να το πω έτσι, κάνει τα ίδια έργα με εκείνον που τον γέννησε» (Κ).
Κάνω τα αρεστά σε αυτόν «διότι είμαι ίσος με αυτόν στη θεότητα και τη θέληση» (Ζ), «μιλώντας με πιο ανθρώπινο τρόπο» (Χ). Ο παρακείμενος [οὐκ ἀφῆκέ με] δηλώνει ότι σε κανέναν ποτέ χρόνο δεν εγκαταλείφθηκε (b). Και αν λοιπόν αποδώσουμε τα λόγια αυτά στην ανθρώπινη φύση του Κυρίου, πάλι υπαινίσσεται το χωρίο την πριν τη σάρκωση ένωση του Κυρίου με τον Πατέρα του.
(4)   Σε κάθε χρόνο και τόπο, με κάθε τρόπο ζητά και διδάσκει όλα όσα αρέσουν στο Θεό και είναι άξια του Θεού (b).

Ιω. 8,30 Ταῦτα αὐτοῦ λαλοῦντος(1) πολλοὶ(2) ἐπίστευσαν(3) εἰς αὐτόν.
Ιω. 8,30 Ενώ δε εδίδασκεν αυτά ο Ιησούς, πολλοί επίστευσαν εις αυτόν.
(1)   «Πίστεψαν μεν, αλλά όχι όπως έπρεπε, αλλά απλά και ως έτυχε» (Χ). Ελκύστηκαν πρόσκαιρα από τα λόγια του Ιησού και πίστεψαν σε αυτόν.
(2)   Μεταξύ αυτών, εάν συμπεράνουμε από το ιβ 42, ήταν και πολλοί από τους άρχοντες δηλαδή τα μέλη του συνεδρίου (g).
Παρόλο που πολλοί χάνονται μέσα στην απιστία τους, όμως πάντοτε υπάρχει το υπόλειμμα σύμφωνα με την εκλογή της χάρης, το οποίο πιστεύει και σώζεται. Εάν ο Ισραήλ συνολικά δεν συγκεντρωθεί, πάντοτε όμως υπάρχει ένα μέρος από αυτόν, το οποίο θα συγκεντρωθεί γύρω από το Χριστό και θα δοξαστεί ο Χριστός από αυτό και ο Θεός θα είναι για αυτό δύναμη (Ησ. μθ 5). Σημείωσε επίσης, ότι όχι σπάνια ανοίγει πόρτα μεγάλη και ενεργής στο κήρυγμα και εκεί όπου πολλοί είναι οι εχθροί. Ο Χριστός έτσι ή αλλιώς θα συντελέσει το έργο του και όταν ακόμα οργίζονται εναντίον του οι λαοί. Το ευαγγέλιο κερδίζει μεγάλες νίκες προ παντός, όταν αντιμετωπίζει μεγάλες αντιστάσεις και αντιδράσεις. Αυτό ας ενθαρρύνει τους διακόνους του ευαγγελίου, που πληροφορούνται ότι οι κόποι τους δεν θα αποβούν μάταιοι.
(3)   «Μακάρι όταν και εγώ μιλώ, πολλοί να πιστέψουν· όχι σε εμένα, αλλά μαζί με εμένα σε Εκείνον. Εύχομαι όταν κηρύττω και εγώ, πολλοί, πάρα πολλοί, να πιστεύουν, όχι σε εμένα, αλλά μαζί με εμένα σε αυτόν» (Αυ). Εκφράζει διάθεση να αναγνωρίσουν τον Ιησού ως Μεσσία. Δεν ήταν όμως όλων αυτών η πίστη σταθερή και βαθειά. «Ότι δεν είχαν τέλεια πίστη το δείχνει ο ευαγγελιστής με τα επόμενα λόγια» (Χ). Για αυτό για δοκιμασία ο Κύριος απευθύνει προς τους Ιουδαίους λόγια, με τα οποία αυτοί μεν που ελκύστηκαν πρόσκαιρα θα απομακρύνονταν, ενώ αυτοί που είχαν ειλικρινέστερη διάθεση, αφού ταπεινώνονταν θα στερεώνονταν ακόμα περισσότερο στην πίστη (g). «Θέλοντας να εμβαθύνει την πίστη τους, ώστε να μην είναι επιπόλαιη, ερευνά την ψυχή τους με πιο επιτιμητικά λόγια» (Χ).

Ιω. 8,31Ἔλεγεν οὖν(1) ὁ Ἰησοῦς πρὸς τοὺς πεπιστευκότας αὐτῷ Ἰουδαίους· ἐὰν ὑμεῖς μείνητε(2) ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ(3), ἀληθῶς μαθηταί μού ἐστε(4),
Ιω. 8,31 Προς αυτούς, λοιπόν, τους Ιουδαίους που είχαν πιστεύσει, είπεν ο Ιησούς και τα εξής• “εάν σεις μείνετε ακλόνητοι εις την διδασκαλίαν μου και την εφαρμόζετε εις την ζωήν σας, τότε θα είσθε αληθινοί μαθηταί μου
(1)   Η συζήτηση και σκηνή που περιγράφεται τώρα από τον σ. αυτόν δεν φαίνεται να έγινε κατά την ίδια τελευταία ημέρα της γιορτής, κατά την οποία λέχθηκαν οι λόγοι του Κυρίου που εκτέθηκαν προηγουμένως (g).
(2)   «Εάν εσείς εμμείνετε» (Ζ), «δείχνοντας ότι δεν είχαν ακόμα δεχτεί τη διδασκαλία, αλλά μόνο πρόσεχαν τα λεγόμενα» (Χ). «Απαιτεί συμπεριφορά… σταθερή και ακλόνητη και που είναι πρόθυμη να διατηρήσει το αγαθό που προτιμήθηκε από αυτούς μια για πάντα» (Κ). «Επειδή λοιπόν κάποιοι έφυγαν… για αυτό λέει προς αυτούς που τώρα πίστεψαν, ότι εκείνοι μεν έφυγαν, εάν όμως εσείς μείνετε…» (Θφ).
Το μένω στη διδασκαλία σημαίνει πρωτίστως εισδύω σε αυτήν και μέσω του γράμματος κατανοώ το πνεύμα της και εγκολπώνομαι αυτό (μ). Η κατανόηση ή γνώση αυτή της αλήθειας είναι κάτι πολύ περισσότερο από τη θεωρητική και επιστημονική γνώση. Η γνώση και κατανόηση αυτή ταυτίζεται με το να κάνω δική μου την αλήθεια και αυτοί που την έχουν άρχισαν από την ορθοδοξία και κατέληξαν στο να γίνουν πραγματικοί και ζωντανοί Χριστιανοί (τ). Μένω στο λόγο του Χριστού, όπως κάποιος άνθρωπος μένει στο σπίτι του, το οποίο γίνεται κέντρο του και ανάπαυσή του και καταφύγιό του. Μένω στο λόγο σημαίνει ενδιατρίβω σταθερά και αμετακίνητα στο λόγο και συμμορφώνομαι με το λόγο.
(3)   Δες Β΄ Ιω. 9 («χωρίς να μένει στη διδαχή του Χριστού»). Στο σ. 37 και στο κεφ. ε 38 παρουσιάζεται ο λόγος να μένει στους πιστούς, αλλά και οι δύο εκφράσεις καταλήγουν στο ίδιο (β).
«Φαίνεται κατά κάποιο τρόπο να αποσπά αυτούς… με πράο τρόπο από τα μωσαϊκά διδάγματα και απομακρύνοντάς τους από την προσκόλλησή τους στο γράμμα… τους προστάζει να είναι προσκολλημένοι μάλλον στο λόγο του… Λόγος όμως κυρίως αυτού πρέπει να θεωρηθεί το ευαγγελικό κήρυγμα» (Κ). «Στο λόγο το δικό μου, δηλαδή στη διδασκαλία μου, την οποία θα διδάξω σε εσάς» (Ζ).
(4)   «Μαθητές αληθινοί» (Κ). «Διότι δεν είστε ακόμη» (Ζ). Διότι δεν είναι αρκετό να αρχίσει κάποιος μόνο… Είστε μεν και τώρα αλλά προσέξτε να εξακολουθήσετε (b). Τον αληθινό τίτλο του μαθητή θα αποτελέσει όχι η πρόσκαιρη αποδοχή και επιδοκιμασία αυτών ή εκείνων των λόγων, αλλά η εμβάθυνση και η εμμονή, που πιστοποιείται με λόγια και έργα, σε όλη τη διδασκαλία του (κ).
Ο λόγος θα συναντήσει στις καρδιές τους ριζωμένες προκαταλήψεις. Για αυτό διατρέχουν τον κίνδυνο να διολισθήσουν πάλι στην απιστία (g). Το ἀληθῶς αντιτίθεται στη νόθα και αμφίβολη μαθητεία (ο). Υπάρχουν πολλοί, οι οποίοι ομολογούν για τους εαυτούς τους, ότι είναι μαθητές του Χριστού, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι τέτοιοι. Έχουν μόνο το όνομα. Τα παιδιά, τα οποία στέλνονται στο σχολείο για να διδαχτούν εκεί τα γράμματα, υποχρεώνονται να παραμείνουν μαθητευόμενα για ορισμένα έτη. Οι πιστοί, εάν θέλουν να είναι αληθινοί μαθητές του Κυρίου, πρέπει εφ’ όρου ζωής να παραμένουν στα πόδια του διδασκόμενοι.

Ιω. 8,32 καὶ(1) γνώσεσθε(2) τὴν ἀλήθειαν(3), καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς(4).
Ιω. 8,32 και θα γνωρίσετε, όχι μόνον από την διδασκαλίαν μου, αλλά και από την προσωπικήν σας πείραν, την αλήθειαν και η αλήθεια θα σας ελευθερώση .
(1)   Εφόσον τηρηθεί αυτός ο όρος· ως συνέπεια της εμμονής σας στο λόγο μου θα έλθει το να γνωρίσετε την αλήθεια (g). Η σταθερή εμπότιση των χριστιανών από τη διδασκαλία του Ιησού είναι εξόχως σημαντική. Οδηγεί σε σαφή και ενεργή κατανόηση της αλήθειας η οποία παράγει πλήρη ελευθερία από την αμαρτία (χ).
(2)   Αναφέρεται σε πειραματική και εσωτερική γνώση της αλήθειας, που διαφωτίζει πλήρως και διώχνει κάθε αμφιβολία (ο).
(3)   Αυτή αποτελεί το περιεχόμενο των λόγων του Ιησού (g). Όμως εάν εδώ προβάλλεται η διδασκαλία του Ιησού ως ο συντελεστής και παράγοντας της ηθικής ελευθερίας, στο σ. 36 εμφανίζεται ο ίδιος ο Υιός ως αυτός που παρέχει αυτήν την ελευθερία. Αλλά όταν λάβει κάποιος υπ’ όψη την διακήρυξη του Κυρίου στο ιδ 6 «Εγώ είμαι η αλήθεια», πείθεται, ότι δεν πρόκειται για πραγματική διαφορά (β). Για αυτό και εδώ ερμηνεύτηκε η φράση «την αλήθεια»: «(γνωρίστε) αυτόν που δίνει την αληθινή ελευθερία και είναι ο λυτρωτής» (Κ). Και εκείνοι ακόμα οι οποίοι πίστεψαν ειλικρινά, έχουν ανάγκη ως μαθητές αληθινοί να διδαχτούν, διότι υπάρχουν πολλά τα οποία αγνοούν. Τα τέκνα του Θεού δεν είναι παρά παιδιά και καταλαβαίνουν και μιλούν σαν παιδιά. Εάν δεν είχαμε ανάγκη να διδαχτούμε, δεν θα είχαμε ανάγκη να είμαστε μαθητές.
(4)   «Από τα αμαρτήματα» (Χ). Η αμαρτία λαμβάνει κυριαρχία στην καρδιά του ανθρώπου με την γοητεία, την οποία με τα πλάνα θέλγητρά της ασκεί πάνω της. Όταν το ψεύδος αυτών των θελγήτρων πέσει με το φως της αλήθειας, τα δεσμά αυτής της δουλείας θραύονται (g). Η αποκάλυψη αυτή περιέχει και την βουλή του Θεού για σωτηρία μας από την αμαρτία και τον τρόπο αυτής της σωτηρίας (δ). Δεν φωτίζει μόνο το νου αλλά αγιάζει ταυτόχρονα και την καρδιά και ρυθμίζει τη θέληση· για αυτό και απαλλάσσει από την ενοχή και τον ζυγό της αμαρτίας (κ). Έτσι και εδώ και στο σ. 36 τονίζεται αποκλειστικά η ηθική όψη της ελευθερίας, και το ελευθερώνω ανταποκρίνεται στο απολυτρώνω (C). Η γνώση της αλήθειας και η προσοικείωσή της μας κάνει ελεύθερους από προκαταλήψεις, από πλάνες, από ψευδείς ιδέες, οι οποίες υποδουλώνουν την ψυχή· μας ελευθερώνει από την κυριαρχία των επιθυμιών και παθών και αποκαθιστά την ψυχή στην αυτοκυριαρχία με την υποταγή στο Δημιουργό της. Η διάνοιά μας, όταν δεχτεί την αλήθεια του Χριστού διευρύνεται από το φως της και εξυψώνεται πάνω από τα αισθητά και ουδέποτε κινείται τόσο ελεύθερα όσο κάτω από τα θεία προστάγματα. «Όπου λοιπόν είναι το πνεύμα Κυρίου εκεί υπάρχει και ελευθερία» (Β΄Κορ. Γ 17).

Ιω. 8,33 ἀπεκρίθησαν(1) αὐτῷ· σπέρμα Ἀβραάμ ἐσμεν(2) καὶ οὐδενὶ δεδουλεύκαμεν πώποτε(3)· πῶς σὺ λέγεις(4) ὅτι ἐλεύθεροι γενήσεσθε;
Ιω. 8,33 και με έξαψιν είπον• “ημείς είμεθα απόγονοι του Αβραάμ και ποτέ έως τώρα δεν εγίναμεν δούλοι εις κανένα. Πως, λοιπόν, συ λέγεις ότι θα γίνετε ελεύθεροι;”
(1)   Ποιοι; Η αυστηρότητα με την οποία εκφράζεται ο Κύριος εναντίον τους στους στίχους 37-44, θεωρήθηκε ως ένδειξη από πάρα πολλούς από τους νεώτερους ερμηνευτές που τους πείθει, ότι αυτοί που απαντούν εδώ δεν είναι αυτοί που στο σ. 30 παρουσιάζονται ότι πίστεψαν στον Ιησού, αλλά κάποιοι από αυτούς που αντιτίθονταν στον Ιησού και επέμεναν στην απιστία, οι οποίοι συνέβη να είναι τώρα αναμιγμένοι και εγκατασπαρμένοι στον κύκλο των πιστών. Η όλη όμως σειρά του λόγου παρουσιάζει φυσικότερο να παραδεχτούμε, ότι αυτοί που απαντούν είναι οι πιστοί του στίχου 30, προς τους οποίους και απευθύνει ο Κύριος την προτροπή να εμμείνουν στο λόγο του, η γνώση του οποίου θα τους ελευθέρωνε. Όταν έχει κάποιος υπ’ όψιν τα λόγια του ευαγγελιστή στο β 23-24 («Πολλοί πίστεψαν… ο ίδιος ο Ιησούς όμως δεν εμπιστευόταν τον εαυτό του σε αυτούς»). Δεν εκπλήσσεται για αυτήν την αυστηρότητα του Κυρίου προς Ιουδαίους που χαρακτηρίστηκαν ως πιστοί.
(2)   Καυχησιολογία. «Δυσφορούν σαν να τους εξύβρισε» (Κ). «Δούλους αποκάλεσες εμάς που καταγόμαστε από το γένος του Αβραάμ, τους ευγενείς;… Διότι τέτοιες ήταν οι καυχήσεις των Ιουδαίων» (Χ). «Επειδή δεν είχαν δικές τους αρετές να καυχηθούν, πρόβαλλαν την ευγένεια των προγόνων» (Ζ). Καυχιόντουσαν, ότι ως άμεσοι απόγονοι του Αβραάμ ήταν μαζί του κληρονόμοι της διαθήκης και των υποσχέσεων του Θεού. Είναι συνηθισμένο σε παρακμασμένες και ξεπεσμένες οικογένειες να καυχησιολογούν για τη δόξα και τα αξιώματα των προγόνων τους και να δανείζονται τιμή από το όνομα εκείνο, το οποίο αυτοί εξευτέλισαν. Αυτό πράττουν τώρα οι Ιουδαίοι. Εάν ο Αβραάμ υπήρξε αγαπητός του Θεού για την πίστη και την ευσέβειά του, σε τι αυτό θα ωφελούσε αυτούς, όταν ο μεν προπάτοράς τους και πατριάρχης θα βρισκόταν στον παράδεισο, ενώ αυτοί θα ήταν στον άδη για πάντα χωρισμένοι από αυτόν; Μήπως η αρετή του Αβραάμ θα μπορούσε να εξιλεώσει το Θεό για τη δική τους κακία;
(3)   Και όμως «υποδουλώθηκαν στους Αιγύπτιους τετρακόσια τριάντα χρόνια… έκαναν δούλοι και στους Βαβυλώνιους και στους Ασσύριους, όταν αναστατώνοντας όλη τη χώρα των Ιουδαίων και την ίδια την Ιερουσαλήμ, μετέφεραν όλο τον Ισραηλιτικό λαό στη δική τους χώρα» (Κ).
Λόγω αυτού, από τους νεώτερους άλλοι μεν ερμήνευσαν ότι το «Ιουδαίοι» λέγεται από άποψη όχι των υλικών γεγονότων, αλλά της θεωρίας… Υφίσταντο την κυριαρχία των Ρωμαίων, αλλά διαμαρτυρόμενοι (Meyer, Reuss, Fillion κλπ.)=Διατηρήσαμε πάντοτε αδούλωτο το φρόνημα. Μπορεί με την κτηνώδη βία να μας υποδούλωσαν εθνικά, αλλά ουδέποτε δεχτήκαμε την κατάσταση του δούλου. Και εφόσον θεωρούσαν τους εαυτούς τους δούλους του Θεού θεωρούσαν τους εαυτούς τους και ελεύθερους, αφού όποιος είναι δούλος του Θεού δεν είναι δούλος ανθρώπων. Δες Λευϊτ. κε 39-42 (χ). Ως απόγονοι λοιπόν του Αβραάμ ήταν προορισμένοι ιδεατά να κυβερνήσουν όλους τους λαούς και ο καθένας από αυτούς ήταν υπήκοος και υποτελής μόνο στο Θεό (μ).
Άλλοι από τους νεώτερους δέχτηκαν το «δεδουλεύκαμεν» με την έννοια της ατομικής και προσωπικής δουλείας=Δεν πουληθήκαμε δούλοι σε κανέναν, δεν εξανδραποδιστήκαμε. Ο νόμος απαγόρευε αυτού του είδους την δουλεία (Λευϊτ. κε). Πιο σωστά: Παραφέρονται τόσο πολύ, ώστε γεγονότα όχι μόνο περασμένα, όπως οι δουλείες σε Αίγυπτο και Βαβυλώνα, αλλά και η παρούσα από τους Ρωμαίους υποτέλειά τους να λησμονούνται και να παρατρέχονται από αυτούς (ο,δ).
(4)   Εκφράζουν έκπληξη με αγανάκτηση. Αξιοσημείωτο, ότι στην ερώτησή τους αυτή αποσιωπούν τη λέξη «αλήθεια», η οποία σύμφωνα με τον Κύριο θα τους ελευθέρωνε. Αυτό υποδηλώνει σκόπιμη και από πρόθεση παρανόηση (ο).
Ο Κύριος μίλησε σε αυτούς για ελευθερία, την οποία θα παρείχε σε αυτούς η γνώση και οικείωση της αλήθειας και η οποία συνεπώς είναι ελευθερία πνευματική. Και αυτοί του απαντούν έχοντας κυρίως υπ’ όψη την πολιτική ελευθερία. Οι σαρκικές καρδιές καμία άλλη θλίψη δεν αισθάνονται παρά μόνο εκείνη, η οποία πιέζει και ενοχλεί το σώμα και η οποία γίνεται εμπόδιο στις κοσμικές τους υποθέσεις. Μίλησέ τους για κάθε τι που αφορά την πολιτική τους ελευθερία και τις αστικές τους ιδιοκτησίες· πες τους για τις ζημιές, οι οποίες επαπειλούνται εναντίον των σπιτιών τους ή της σοδειάς των αγρών τους και θα δεις αμέσως, ότι θα σε αντιληφθούν άριστα και θα σου απαντήσουν με πολλή σκέψη και ενδιαφέρον. Αλλά όταν μιλήσεις σε αυτούς για τη δουλεία της αμαρτίας και την αιχμαλωσία του σατανά και τον κίνδυνο τον οποίο διατρέχουν οι αδύνατες ψυχές τους, θα σου απαντήσουν: «παράξενα πράγματα φέρνεις στα αυτιά μας» (Πράξ. Ιζ 20).

Ιω. 8,34 ἀπεκρίθη(1) αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν(2) λέγω ὑμῖν ὅτι(3) πᾶς ὁ ποιῶν(4) τὴν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας(5).
Ιω. 8,34 Τους απήντησεν ο Ιησούς• “σας διαβεβαιώνω ότι καθένας, που πράττει την αμαρτίαν είναι δούλος της αμαρτίας.
(1)   Ο Ιησούς απαντά με αντίστροφη σειρά στη διπλή αντίρρηση των Ιουδαίων και πρώτα προχωρά στο σημείο του λόγου που αφορά την ελευθερία, έτσι ώστε από τον σ. 37 να συζητήσει και το σημείο που αναφέρεται στο σπέρμα του Αβραάμ (b).
(2)   Προκαλεί την προσοχή και παρέχει κατηγορηματική βεβαίωση για την αλήθεια που εκτίθεται ευθύς αμέσως (β).
(3)   Την δουλεία, για την οποία από παρανόηση μιλούν οι Ιουδαίοι «την προσπέρασε διότι δεν βλάπτει σε τίποτα την ψυχική ευγένεια, μιλά όμως για την αμαρτία, η οποία βλάπτει αυτήν, της οποίας η δουλεία είναι πάρα πολύ κακή» (Ζ). Οι Ιουδαίοι είχαν παρανοήσει τα λόγια του. Διότι ο Κύριος «δεν επεδίωκε να δείξει αυτό, ότι δηλαδή έγιναν δούλοι ανθρώπων, αλλά της αμαρτίας» (Χ).
«Και ότι βέβαια λένε ψευδόμενοι το «Δεν γίναμε ποτέ δούλοι κανενός», το παρέρχεται με σοφία… αλλά προχωρώντας κατά κάποιο τρόπο σε αυτό που ήταν το αναγκαίο και το οποίο έπρεπε πραγματικά να μάθουν, λέει ότι είναι δούλος της αμαρτίας αυτός που πράττει αυτήν» (Κ).
«Διότι θα μπορούσε να αναφέρει τα τετρακόσια χρόνια δουλείας στην Αίγυπτο· θα μπορούσε να πει τα εβδομήντα στη Βαβυλώνα· θα μπορούσε να πει τα χρόνια δουλείας την εποχή των κριτών, τα άλλοτε είκοσι, άλλοτε δύο και άλλοτε επτά· θα μπορούσε να πει ότι δεν έπαυσαν ποτέ να είναι δούλοι. Αλλά δεν επεδίωκε να δείξει αυτό, ότι δηλαδή έγιναν δούλοι ανθρώπων, αλλά της αμαρτίας, η οποία είναι και η χειρότερη δουλεία, από την οποία μόνο ο Θεός μπορεί να απαλλάξει» (Χ).
(4)   Ο ενεστώτας φανερώνει εδώ το να ενεργεί κάποιος την αμαρτία από συνήθεια (ο), όχι το γλίστρημα σε αυτήν από απροσεξία. Συνδυάζει την πράξη με την κατάσταση (g)=Καθένας που ζει στην αμαρτία. Εφόσον δεν υπάρχει άνθρωπος στη γη ο οποίος θα ζήσει και δεν θα αμαρτήσει, ο Θεός δεν θα είχε κανέναν δούλο του πάνω στη γη, εάν καθένας που αμαρτάνει ήταν και δούλος της αμαρτίας. Αλλά μόνο αυτός που κάνει (με επιμονή) την αμαρτία, είναι δούλος της αμαρτίας. Αυτός λοιπόν που κάνει την αμαρτία (έτσι) είναι αυτός που την προτιμά από την αρετή, αυτός που διαλέγει την οδό της κακίας και περιφρονεί την οδό της αγιότητας, αυτός που κάνει συμφωνία με την αμαρτία και την παντρεύεται. Σε αυτόν γίνεται συνήθεια η αμαρτία και σύνθημα που κυριαρχεί σε όλη τη ζωή του.
(5)   Σχετική και η διδασκαλία στα Ρωμ. στ 16-18 και Β΄Πέτρ. β 19 (ο).
«Λέει κατά κάποιο τρόπο το εξής· ο άνθρωπος πάνω στη γη, ω τέτοιοι, είναι ένα σύνθετο ζώο, δηλαδή αποτελείται από ψυχή και σώμα, και η σαρκική μεν δουλεία έχει σχέση με τη σάρκα, ενώ αυτή που συμβαίνει στην ψυχή και έχει σχέση με την ψυχή, έχει βάρβαρη μητέρα την αμαρτία» (Κ). «Διότι κάθε αμαρτία κάνοντας κατά κάποιο τρόπο αιχμάλωτη την ψυχή, την κάνει δούλη του πάθους» (αμ). Είναι δεμένος στην κατοχή και διευθέτηση της ίδιας του της ζωής, και δεν μπορεί ελεύθερα να αναπτύξει αυτήν ούτε ελεύθερα να απολαύσει αυτήν λόγω της ταραχώδους δύναμης της αμαρτίας (C). Είναι φυλακισμένος στην ενοχή της αμαρτίας και υποτελής στη δύναμή της. Έχει πουλήσει τον εαυτό του στο να εργάζεται το κακό. Οι επιθυμίες του έγιναν νόσος σε αυτόν και βρίσκεται δεμένος κάτω από το ζυγό τους και έχει παύσει να είναι κύριος του εαυτού του.

Ιω. 8,35 ὁ δέ δοῦλος(1) οὐ μένει ἐν τῇ οἰκίᾳ εἰς τὸν αἰῶνα(2)· ὁ υἱὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα(3).
Ιω. 8,35 Ο δε δούλος δεν μένει εις την οικίαν του κυρίου του, κληρονόμος και ιδιοκτήτης. Ο Υιός όμως μένει πάντοτε εις την οικίαν.
(1)   Τροποποιείται κάπως η έννοια της λέξης δούλος. Ο δούλος κατά τον προηγούμενο σ. είναι δούλος της αμαρτίας. Ενώ εδώ ο δούλος ανήκει στον οικοδεσπότη, του οποίου υιός είναι ο υιός. Πάντως όμως και εδώ ο δούλος είναι πρόσωπο αποξενωμένο από το Θεό, το οποίο όχι μόνο δεν μπορεί να διεκδικήσει κανένα δικαίωμα πάνω στο σπίτι, αλλά και σε οποιαδήποτε ώρα μπορεί να διωχτεί από αυτό ως πρόσωπο ανεπιθύμητο. Στην πραγματικότητα λοιπόν ηθικά είναι δούλος σε σχέση με το Θεό και δεν έχει μαζί του κανέναν δεσμό πιο εσωτερικό. Είναι χωρισμένος πνευματικά από τον Πατέρα της οικογένειας και δεν είναι πραγματικό μέλος της (g).
(2)   «Δεν κληρονομεί το σπίτι του κυρίου του» (Ζ). «Δεν έχει εξουσία, επειδή δεν είναι οικοδεσπότης» (Χ). Και εάν παραμένει στο σπίτι, δεν έχει όμως δικαιώματα σε αυτό και μπορεί να διωχτεί σε οποιαδήποτε στιγμή. «Ο δεσπότης διώχνει από το σπίτι τον δούλο που έχει κακό χαρακτήρα όποτε θέλει» (Θμ). Ίσως υπαινίσσεται το επεισόδιο της αποβολής του Ισμαήλ στο Γεν. κα 10. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι αναφέρεται στο γεγονός αυτό. Πάντως το επεισόδιο δείχνει, ότι δεν αρκούσε η από τον Αβραάμ καταγωγή για να καταστήσει τους Ιουδαίους και κληρονόμους. Εφόσον ήταν δούλοι, η θέση τους ήταν παρόμοια με αυτήν του Ισμαήλ και μπορούσαν να διωχτούν όπως εκείνος (β). Το χωρίο Γαλ. δ 21-31 λοιπόν παρουσιάζεται ανάπτυξη αυτού του σ. (g).
(3) Ο σιναϊτικός και δύο άλλοι μεγαλογράμματοι κώδικες αποσιωπούν τη φράση «ο υιός μένει εις τον αιώνα» αναμφίβολα από σύγχυση από τα δύο «αιώνα». «Ο υιός είναι οικοδεσπότης» (Χ). Παρόμοια αντίθεση αλλά όχι σε όλα η ίδια και στο Εβρ. γ 5-6, όπου ο Μωϋσής ως δούλος όχι της αμαρτίας, αλλά του Θεού αντιτίθεται προς τον Κύριο ως υιό του Θεού (β). Για αυτό και υπάρχει και η ερμηνεία: «Για να μην πουν, ότι ο Μωϋσής θα μας ελευθερώσει… δείχνει με σύγκριση, ότι δεν έχει εκείνος εξουσία μιας και είναι δούλος, αλλά αυτός ο Υιός» (Ζ).
Διαφορετική ερμηνεία: «Αυτός μεν που έχει υποδουλωθεί στην αμαρτία, επειδή αποβλήθηκε από όλα μαζί τα καλά του Θεού, έχει παραδοθεί στην παντοτινή τιμωρία· αυτός όμως που απόλαυσε την ελευθερία και τοποθετήθηκε στην τάξη του υιού, δέχεται παντοτινή την απόλαυση των αγαθών από το Θεό» (Θμ). Μόνο οι αληθινοί πιστοί, οι οποίοι είναι παιδιά της υπόσχεσης και της διαθήκης, είναι ελεύθεροι και θα μείνουν για πάντα στο σπίτι όπως ο Ισαάκ.

Ιω. 8,36 ἐὰν οὖν(1) ὁ υἱὸς(2) ὑμᾶς ἐλευθερώσῃ(3), ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε(4).
Ιω. 8,36 Εάν λοιπόν ο σαρκωθείς Υιός του Θεού σας ελευθερώση από την αμαρτίαν, τότε πράγματι θα είσθε ελεύθεροι.
(1)   Αυτό που στο σ. 35 ειπώθηκε γενικά, το εφαρμόζει τώρα σε συγκεκριμένο πρόσωπο δηλαδή στον εαυτό του ως τον μόνο Υιό του Θεού (ο).
(2)   Ο μονογενής (b). «Μόνο στον από τη φύση του Υιό, τον πραγματικά ελεύθερο και απαλλαγμένο από κάθε δουλεία, υπάρχει το προσόν να μπορεί να ελευθερώνει» (Κ). Δείχνει «το ομοούσιο με τον Πατέρα» «και ότι αυτός έχει την ίδια εξουσία με εκείνον» (Χ). Με έννοια λοιπόν απόλυτη το «ο υιός», όπως δείχνει και το άρθρο πριν από αυτό. Αυτός είναι ο Υιός, ο πρωτότοκος ανάμεσα σε πολλά αδέλφια, ο κληρονόμος όλων. Και έχει αυτός το δικαίωμα να χειραφετεί και να υιοθετεί παίρνοντας και άλλους ως συγκληρονόμους του.
(3)   Το Ρωμ. η 2 αποτελεί άριστο υπόμνημα και ανάπτυξη της έννοιας αυτού του σ. (g). Ο γιος του σπιτιού είναι ο μόνος εκτός από τον πατέρα που έχει δικαίωμα να χειραφετεί και να ελευθερώνει τους δούλους (μ). Ο Ιησούς Χριστός προσφέρει σε μας με το ευαγγέλιο την ελευθερία μας, διότι έχει εξουσία και δύναμη να ελευθερώνει. Απολύει τους φυλακισμένους και απαλλάσσει αυτούς από τα δεσμά τους, διότι δικαιώνει αυτούς με την εξιλαστήρια θυσία του και ως εγγυητής τους πληρώνει αυτός τα χρέη τους, για τα οποία κρατούνταν καταδικασμένοι σε θάνατο. Με τον αγιασμό και τις ισχυρές ενέργειες του Πνεύματός του συντρίβει στην ψυχή τη δύναμη της διαφθοράς, επανασυνδέει τις διασκορπισμένες δυνάμεις του λογικού και της αρετής και ενισχύει τη διάθεση και το ενδιαφέρον της ψυχής να παραμείνει υποταγμένη στο Χριστό και έτσι κάνει αυτήν ελεύθερη.
(4)   «Την μεν σωματική ελευθερία τη δίνει και άνθρωπος· την ψυχική όμως, μόνος ο υιός ως κατά κυριολεξία κύριος· επειδή και αυτή στην κυριολεξία είναι ελευθερία» (Ζ). «Εάν εγώ σας ελευθερώσω, τότε θα τιμηθείτε με την αληθινή ελευθερία, διότι τώρα βεβαίως αποδίδετε στους εαυτούς σας ψεύτικη ελευθερία» (Θφ). Θα είστε πράγματι ελεύθεροι, διότι θα ελευθερωθείτε με την αληθινή, πνευματική ελευθερία παίρνοντας αυτήν από τον Υιό που έχει δικαίωμα να δώσει αυτήν.
«Δεν θα μπορούσε κάποιος να γίνει αληθινά ελεύθερος από αυτόν που δεν έχει από τη φύση του την ελευθερία· όταν όμως ο ίδιος ο Υιός θελήσει να ελευθερώσει κάποιους, βάζοντας μέσα τους το δικό του αγαθό, γίνονται πραγματικά ελεύθεροι, λαμβάνοντας το αξίωμα από αυτόν που έχει την εξουσία να ελευθερώνει» (Κ).
«Εδώ δείχνει ότι είναι και καθαρός από αμαρτία» (Χ). «Η ελπίδα μας είναι αυτή, ότι γινόμαστε ελεύθεροι μέσω του Ενός ελεύθερου και ότι κάνοντας εμάς ελεύθερους, μπορεί να μας κάνει δούλους του. Διότι ήμασταν οι δούλοι της επιθυμίας, αλλά αφού γίναμε ελεύθεροι, γίναμε οι δούλοι της αγάπης» (Αυ).

Ιω. 8,37 οἶδα ὅτι σπέρμα Ἀβραάμ(1) ἐστε· ἀλλὰ ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι(2), ὅτι ὁ λόγος ὁ ἐμὸς(3) οὐ χωρεῖ(4) ἐν ὑμῖν.
Ιω. 8,37 Γνωρίζω ότι είσθε απόγονοι του Αβραάμ. Αλλά ζητείτε να με φονεύσετε, διότι η διδασκαλία μου δεν εισχωρεί εις την ψυχήν σας.
(1)   «Με ηρεμία και λίγο-λίγο τούς απομακρύνει από εκείνη τη συγγένεια, διδάσκοντας να μη μεγαλοφρονούν για αυτό» (Χ). Και «φανερά μεν δεν είπε, ότι δεν είστε, διότι ακόμη τους λυπάται, αλλά το δήλωσε αυτό εμμέσως» (Ζ). «Και εγώ θα συμφωνήσω με αυτό, ότι δηλαδή διασώζετε τη σαρκική συγγένεια με εκείνον τον άγιο· αλλά η κατά πνεύμα συγγένεια έχει φύγει από εσάς» (Θφ).
Όσον αφορά τις ιδιότητές τους οι Ιουδαίοι ήταν παιδιά άλλου πατέρα και όχι του Αβραάμ και για αυτό και έπρατταν σύμφωνα με την πνευματική καταγωγή τους (τ). «Ἁβραὰμ μέγας πατὴρ πλήθους ἐθνῶν, καὶ οὐχ εὑρέθη ὅμοιος ἐν τῇ δόξῃ· ὃς συνετήρησε νόμον Ὑψίστου καὶ ἐγένετο ἐν διαθήκῃ μετ᾿ αὐτοῦ· ἐν σαρκὶ αὐτοῦ ἔστησε διαθήκην καὶ ἐν πειρασμῷ εὑρέθη πιστός. (=Ο Αβραάμ ανεδείχθη μέγας πατριάρχης, γενάρχης πολλών εθνών, και κανείς άλλος όμοιος προς αυτόν κατά την δόξαν δεν παρουσιάσθη. Αυτός ετήρησε τον νόμον του Υψίστου και με αυτόν έγινεν η επίσημος Διαθήκη του Θεού• επεκυρώθη δε και επισημοποιήθη η Διαθήκη δια της περιτομής της σαρκός αυτού. Κατά δε τον μεγάλον πειρασμόν αυτός ανεδείχθη πιστός) (Σοφ. Σειρ, μδ 19,20).
Οι ενέργειες και πράξεις του πατριάρχη προέρχονταν από την πίστη του και από τη γνώση του θείου θελήματος. Οι φυσικοί του απόγονοι όμως ήταν τελείως ανόμοιοι με αυτόν. Διότι ο λόγος του Ιησού, ο οποίος ήταν λόγος του Θεού, δεν εύρισκε είσοδο σε αυτούς (χ). Καυχιόντουσαν για την καταγωγή τους από τον Αβραάμ νομίζοντας ότι αυτή λάμπρυνε τα ονόματά τους και τους τιμούσε πολύ. Στην πραγματικότητα όμως η καταγωγή αυτή επιβάρυνε τη θέση τους και τους έκανε υπερβολικά ένοχους και αμαρτωλούς, αφού δεν διδάσκονταν από το παράδειγμα του Αβραάμ και δεν τιμούσαν αυτόν αποδεικνυόμενοι με τη συμπεριφορά τους αντάξιοι απόγονοί του. Τα ίδια τα χείλη και τα στόματά τους θα γίνονταν κριτές των ματαιόδοξων αυτών υποκριτών. Είστε παιδιά του Αβραάμ; Γιατί λοιπόν δεν βαδίζετε στα ίχνη της πίστης του και υπακοής του;
(2)   Λόγω της οργής, την οποία σύμφωνα με το σ. 33 εκδήλωσαν εξαιτίας του λόγου, τον οποίο είπε προς αυτούς, τούς παρουσιάζει ως αλληλέγγυους με τους άρχοντες που ζητούσαν το θάνατό του σύμφωνα με το ζ 1,25 (g). Ότι άλλωστε είχαν την πρόθεση να τον θανατώσουν, φάνηκε αμέσως (σ. 59), όταν «σήκωσαν πέτρες εναντίον του».
Ο Χριστός γνωρίζει ολόκληρη την κακία που εμφωλεύει στα βάθη των καρδιών των ανθρώπων· όχι μόνο εκείνη, η οποία εκδηλώνεται στις πράξεις τους, αλλά και αυτήν την οποία έχουν πρόθεση και σχεδιάζουν να πράξουν. Το να ζητά λοιπόν κάποιος να φονεύσει αθώο άνθρωπο, είναι έγκλημα τρομερό. Το να σχεδιάζουν όμως να φονεύσουν τον βασιλιά των βασιλιάδων, αυτό υπήρξε έγκλημα αποτρόπαιο και βέβηλο, για χαρακτηρισμό του οποίου δεν βρίσκονται λέξεις επαρκείς. Είστε σαρκικοί απόγονοι του Αβραάμ, αλλά «επειδή ζητάτε να με φονεύσετε» «δεν είστε του Αβραάμ, οι φονιάδες» (Ζ,Χ). «Πώς είστε όντως υιοί εκείνου αφού υστερείτε τόσο σε σχέση με τα χαρακτηριστικά του πατέρα σας;» (Θφ).
Ο Κύριος χρησιμοποιεί εδώ μέθοδο και συλλογισμό όμοιο με αυτόν του Προδρόμου (Ματθ. γ 9) και τους Παύλου (Ρωμ. θ 6,7)(g).
«Με μεγάλη σαφήνεια ο μακάριος Βαπτιστής λέει, Είναι δυνατός ο Θεός από τους λίθους αυτούς να αναδείξει τέκνα για τον Αβραάμ. Θα επιβεβαιώσει όμως αυτά και ο μακάριος Παύλος λέγοντας το εξής· «γιατί δεν είναι Ισραηλίτες όλοι οι απόγονοι του Ισραήλ, ούτε επειδή είναι απόγονοι του Αβραάμ, είναι όλοι παιδιά του», δείχνοντας λοιπόν από παντού αληθινό, ότι ο Θεός αναγνωρίζει τη συγγένεια ως προς τη συμπεριφορά και τους τρόπους» (Κ).
(3)   «Και το χειρότερο βεβαίως και το πιο παράνομο, είναι ότι διώκομαι από εσάς όχι για δικαιολογημένες αιτίες… Διότι για αυτό και μόνο θελήσατε να με σκοτώσετε, επειδή ο λόγος μου δεν χωρά σε σας, παρόλο που σας καλώ σε σωτηρία και ζωή» (Κ).
(4)   Το χωρώ έχει 2 έννοιες· ή με μεταβατική έννοια= χωράω, περιλαμβάνω (ο λόγος μου δεν σας χωρά) και η έννοια αυτή θα ευωδονόταν, εάν η σύνταξη ήταν: δεν χωρά εσάς· ή με έννοια αμετάβατη= αλλάζω θέση, προχωρώ, εισχωρώ, χωράω και περιλαμβάνομαι εγώ σε κάτι άλλο (g). Με την δεύτερη αυτή έννοια ερμήνευσαν (Ostervald, Rilliet): δεν έχει είσοδο σε σας, δεν έχει τόπο μέσα σας ή δεν χωράει μέσα σας.
«Επειδή είναι υψηλός δεν χωράει μέσα σε σας που έχετε νου στενό από κακία και ο οποίος σέρνεται κάτω» (Ζ).
«Δεν χωράει σε εσάς λόγω της αμαρτίας που κατοίκησε μέσα σας και η οποία δεν αφήνει κατά κάποιο τρόπο να έχει τόπο η συμβουλή και η παραίνεση για τα αγαθά» (Κ).
Πέφτει σαν δροσερή και ζωογόνος βροχή, αλλά οι καρδιές σας μοιάζουν με σκληρή πέτρα και βρέχονται μεν εξωτερικά και τελείως επιπόλαια από αυτόν, αλλά δεν εισχωρεί αυτός στα βάθη τους.
Ή, δεν κάνει προόδους μέσα σας, δεν προχωρεί. Τον δεχτήκατε μεν, αλλά προσέκρουσε, σταμάτησε και ανακόπηκε κάθε πρόοδός του (Godet, Meyer κλπ.). Όσοι δεν πιστεύουν, έχουν αντιπάθεια προς το Χριστό και τον λόγο του (b).
Οι λόγοι του Χριστού πρέπει να έχουν θέση μέσα σε αυτά τα βάθη των καρδιών μας· να έχουν θέση κατοικίας, όπως ένας άνθρωπος στο σπίτι του, και όχι σαν ένας ξένος ή διαβάτης· να έχουν θέση εργαστηρίου, για να ενεργούν σε αυτούς το διώξιμο της αμαρτίας και για να συντελούν το έργο της χάρης σε εμάς· να μένουν μέσα μας πλούσια, ώστε να κυβερνούν ολόκληρο το εσωτερικό μας και να κανονίζουν όλη τη συμπεριφορά μας. Από εκείνους, στους οποίους δεν κατοικεί ο λόγος του Θεού και των οποίων οι καρδιές μένουν εξ’ ολοκλήρου κλειστές για να μην τον δεχτούν, δεν μπορεί κάποιος να περιμένει τίποτα καλό, διότι έχουν κυριευτεί αυτές από την κακία. Εάν το ακάθαρτο πνεύμα βρει την καρδιά κενή από το λόγο του Χριστού, κυριεύει αυτήν και κατοικεί αυτό σε αυτήν μόνιμα.

Ιω. 8,38 ἐγὼ(1) ὃ ἑώρακα(2) παρὰ τῷ πατρί μου λαλῶ(3)· καὶ ὑμεῖς οὖν ὃ ἑωράκατε(4) παρὰ τῷ πατρὶ ὑμῶν(5) ποιεῖτε(6).
Ιω. 8,38 Εγώ εκείνο που έχω ιδεί πλησίον του ουρανίου Πατρός μου αυτό και διδάσκω. Και σεις αυτό που είδατε πλησίον του πατρός σας, αυτό κάνετε”.
(1)   Εξηγεί την αιτία για την οποία ο λόγος του συναντά σε αυτούς αντίσταση και δεν χωρά σε αυτούς.
«Για να μην πουν σε αυτόν ότι, Και εύλογα σε μισούμε εξαιτίας του λόγου σου· διότι δεν μιλάς σε εμάς από το Θεό αλλά από τον εαυτό σου, και για αυτό δεν μπορούμε να χωρέσουμε τη διδασκαλία σου, για αυτό λέει ο Χριστός ότι δεν μιλώ από τον εαυτό μου» (Θφ). Μιλώντας ο Κύριος όπως μιλά, υπακούει προς τον Πατέρα του. Και εκείνοι πάλι ενεργώντας όπως ενεργούν, υπακούουν στον πατέρα τους, ο οποίος όμως είναι δύναμη ηθική που αντιτίθεται στον ουράνιο Πατέρα. Ο Ιησούς και εκείνοι εμπνέονται από δύο τελείως αντίθετες προσωπικές αρχές.
(2)   Ο σιναϊτικός, ο βατικανός, ο του Βέζα και κάποιοι άλλοι κώδικες αντί για το ὃ γράφουν ἅ (=αυτά) (g). «Αυτό που γνώρισα από τον πατέρα μου, αυτό που έμαθα από αυτόν» (Ζ). «Είδα με έμφυτη, εννοείται, γνώση, ποιών έργων είναι εραστής» (Κ). Το ὁράω δηλώνει την σαφή και πλήρη γνώση. «Όταν ακούσεις να λέει ότι, Αυτό που έχω δει λέω, να μην εννοήσεις σωματική όραση, αλλά φυσική γνώση και αληθινή… Όπως δηλαδή τα μάτια όταν βλέπουν υγιώς αυτό που υπάρχει και είναι αληθινό, βλέπουν αληθινά και δεν διαψεύδονται, έτσι και εγώ αληθινά λέω εκείνα» (Θφ).
Μπορεί η φράση να αναφέρεται στην αιώνια προΰπαρξη του θεανθρώπου ως Λόγου του Θεού, σημαίνοντας την συνεχή και αδιάκοπη όραση, την οποία ο σαρκωμένος Υιός είχε στη θέληση του Πατέρα του. Δες και Ιω. ε 19.
Πιο σωστά όμως φαίνεται να αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση του Κυρίου και στην επικοινωνία και πιο εσωτερική σχέση του ως ανθρώπου με την θεότητα που κατοικούσε μέσα του και την από εκεί προερχόμενη γνώση και πληροφορία του για τη θεία αλήθεια. Και αυτό, διότι συγκρίνει το γεγονός αυτό με αυτό που συμβαίνει στους Ιουδαίους, οπότε και τα δύο γεγονότα πρέπει να είναι της ίδιας φύσεως. Πληροφορούνταν ο Κύριος για αυτά που έπρεπε να πει. Πληροφορούνταν και εκείνοι για αυτά που έκαναν. Αυτοί πληροφορούνταν ως άνθρωποι. Και ο Κύριος ως άνθρωπος (g,β).
Οι αποκαλύψεις τις οποίες ο Χριστός έκανε σε μας για το Θεό και τον πνευματικό κόσμο, δεν στηρίζονται σε εικασίες και φήμες, αλλά σε αυτοψία έτσι ώστε ο Κύριος υπήρξε μάρτυρας πληροφορημένος με πλήρη βεβαιότητα για όλα όσα είπε. Αυτός, ο οποίος δόθηκε από τον Πατέρα μάρτυρας στο λαό, είναι αυτόπτης και για αυτό εξόχως αξιόπιστος. Ο Κύριος είπε ό,τι είδε από τον Πατέρα του. Η διδασκαλία του Χριστού δεν είναι κάποια λαμπρή υπόθεση, που υποστηρίζεται από πιθανά τεκμήρια, αλλά είναι ακτινοβολία της αιώνιας αλήθειας που κατοικεί μέσα στην άπειρη διάνοια του Θεού. Ο Χριστός είπε όχι μόνο ό,τι άκουσε από τον Πατέρα αλλά και ό,τι είδε στον Πατέρα. Ο Μωϋσής είπε ό,τι άκουσε από το Θεό, αλλά δεν μπόρεσε να δει το πρόσωπό του. Ο Παύλος αρπάχτηκε μέχρι τρίτου ουρανού αλλά ό,τι άκουσε και είδε εκεί, δεν μπορούσε, διότι δεν επιτρεπόταν σε άνθρωπο, να μιλήσει για αυτό. Διότι υπήρξε προνόμιο του Χριστού να δει ό,τι θα έλεγε και να πει ό,τι είδε.
(3)   Το ρήμα λαλώ είναι καταλληλότερο εδώ για τον Κύριο, διότι κήρυττε την αλήθεια και από τον λόγο αυτόν εκείνοι αντέδρασαν. Όπως και το ποιείτε είναι κατάλληλο για εκείνους, διότι οι Ιουδαίοι ανταποκρίνονταν με σχέδια εχθρικά των οποίων μελετούσαν την εκτέλεση (ο).
(4)   «Τον φόνο ανθρώπων» (Ζ). «Λέγοντας ότι και εκείνοι έχουν δει από τον πατέρα τους, δεν εννοεί ασφαλώς ότι έχουν δει με τα μάτια τους, αλλά ότι γίνονται συγγενείς με τα θελήματα του πονηρού λόγω της πονηρίας που κατοικεί μέσα τους» (Απ). Υπάρχει η γραφή «ἅ ηκούσατε». Είναι πιο σωστή αυτή, διότι δείχνει την αντίθεση ανάμεσα στην αποκάλυψη και διαυγή γνώση του Κυρίου («αυτό που έχω δει») και τις υπόκωφες υποβολές, τις οποίες στόμα δόλιο πανούργου απατεώνα ψιθυρίζει στο αυτί τους. Ο Κύριος βρισκόταν στο φως και έβλεπε. Αυτοί στο σκοτάδι και μόνο άκουγαν (g).
Όπως κάποιο παιδί το οποίο μεγαλώνει και διδάσκεται κοντά στον πατέρα του, μαθαίνει τα λόγια και τους τρόπους του πατέρα του, έτσι και οι Ιουδαίοι με την πονηρή τους αντίθεση με το Χριστό και το ευαγγέλιο, έκαναν τους εαυτούς τους τόσο όμοιους με το σατανά, σαν να τον είχαν ως πρότυπο μπροστά τους και αντέγραφαν στους εαυτούς τους την εικόνα του, διαμορφώνοντας το εσωτερικό τους σύμφωνα με το πρότυπο αυτό.
(5)   «Δείχνει ότι πατέρας τους είναι ο διάβολος. Διότι όπως ακριβώς η ανομοιότητα των έργων, τούς αποκλείει από την πατρότητα του Αβραάμ, έτσι επομένως η ομοιότητα των έργων, τούς εισάγει στην πατρότητα του διαβόλου» (Ζ).
(6)   Εννοείται το και λαλείτε (b). Αφού κάνετε, πολύ περισσότερο και λέτε. Ο ενεστώτας φανερώνει αυτό που γίνεται συνεχώς και κατά κάποιο τρόπο από συνήθεια.

Ιω. 8,39 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ὁ πατὴρ ἡμῶν Ἀβραάμ ἐστι(1). λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς(2)· εἰ τέκνα τοῦ Ἀβραὰμ(3) ἦτε, τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραὰμ ἐποιεῖτε(4).
Ιω. 8,39 Απεκρίθησαν και του είπαν• “ο πατήρ μας είναι ο Αβραάμ και όχι εκείνος τον οποίον υπονοείς συ”. Είπαν εις αυτούς• “εάν πράγματι ήσασθε τέκνα του Αβραάμ, θα εκάνατε τα έργα του Αβραάμ.
(1)   «Επειδή δεν κατάλαβαν ποιον έλεγε πατέρα τους, πάλι καταφεύγουν στη συγγένεια του Αβραάμ» (Ζ). Οι Ιουδαίοι αντιλήφθηκαν ότι ο Κύριος με τα λόγια του στο σ. 38, έκανε ξεκάθαρη διάκριση ανάμεσα στον Πατέρα του και τον δικό τους πατέρα. Για αυτό επιστρέφουν πάλι με έμφαση στην καταγωγή τους από τον Αβραάμ (ο).
(2)   «Τιθασεύοντας με κάθε τρόπο και λόγο το θράσος των Ιουδαίων, μιλούσε επισκιασμένα σε αυτούς ο Χριστός, χωρίς να κάνει φανερό τον έλεγχο… Επειδή όμως τους βλέπει να δείχνουν πάρα πολύ ανοησία και να μην καταλαβαίνουν τίποτα από αυτά που έχουν λεχθεί, τούς απευθύνει πλέον το λόγο απαλλαγμένο από το επικάλυμμα και γυμνό από κάθε επισκίασμα» (Κ).
(3)   «Έπρεπε, λέει, εάν έχετε πιστέψει ότι αποτελεί την ανώτατη τιμή το ότι έχετε καταταγεί στα τέκνα του Αβραάμ, να επιδιώκετε να μιμείστε τους τρόπους εκείνου» (Κ). Υπάρχει και η γραφή εστε. «Εάν είστε τέκνα του Αβραάμ, αποδείξτε αυτό με τα έργα σας, όχι με λόγια» (Αυ).
«Συνεχώς ανακινεί εδώ τη φονική τους διάθεση και θυμάται τον Αβραάμ. Αυτό το κάνει επειδή θέλει να τους απομακρύνει από αυτήν τη συγγένεια, να τους αφαιρέσει την περιττή καυχησιολογία και να τους πείσει να μην ελπίζουν ότι θα τους σώσει εκείνος, ούτε να ελπίζουν στη φυσική συγγένεια, αλλά στη συγγένεια των προθέσεων» (Χ).
(4)   «Σημείωσε, ότι ο Κύριος ο οποίος αλλού βασίζει το παν, όπως ο Παύλος, πάνω στην πίστη, εδώ τονίζει, όπως ο Ιάκωβος, τα έργα. Αναγνωρίζει και διακρίνει τα έργα του Αβραάμ» (Stier). Υπάρχει και η γραφή του Ωριγένη και του Βατικανού: ποιεῖτε. Εκείνοι οι οποίοι καυχώνται ότι είναι τέκνα του Αβραάμ, για να είναι πράγματι και αληθινά τέτοια, πρέπει να μιμούνται όχι μόνο την πίστη, αλλά και τα έργα του Αβραάμ. Πρέπει να ανταποκρίνονται στην κλήση του Θεού, όπως και εκείνος. Πρέπει να ακολουθούν το Θεό όπου οδηγεί αυτούς. Πρέπει να απαρνιούνται τις πιο αγαπητές τους υπάρξεις και ανέσεις χάριν αυτού. Πρέπει να είναι πάροικοι και παρεπίδημοι στον κόσμο αυτόν και να πορεύονται πάντοτε ενώπιον του Θεού με κάθε δικαιοσύνη. Τέτοια υπήρξαν και τα έργα του Αβραάμ.

Ιω. 8,40 νῦν δὲ(1) ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι, ἄνθρωπον(2) ὃς τὴν ἀλήθειαν(3) ὑμῖν λελάληκα(4), ἣν ἤκουσα(5) παρὰ τοῦ Θεοῦ(6)· τοῦτο Ἀβραὰμ οὐκ ἐποίησεν(7).
Ιω. 8,40 Τωρα δε ζητείτε να με φονεύσετε, άνθρωπον ο οποίος σας είπα την αλήθειαν, που έχω ακούσει από τον Θεόν. Αυτό το έργον ο Αβραάμ δεν το έκανε.
(1)   Το «δε» είναι αντιθετικό. Αντιθέτει την διαγωγή τους με αυτήν του Αβραάμ και των αληθινών απογόνων του (ο).
(2)   Ο Ιησούς τιτλοφορεί τον εαυτό του πάντοτε Υιό του ανθρώπου (b), αλλά εδώ μιλά για τον εαυτό του γενικά σαν για κάποιο πρόσωπο που λέει την αλήθεια, συζητώντας άλλωστε με ανθρώπους, οι οποίοι τον θεωρούσαν ως κοινό άνθρωπο και κρίνοντας την πρόθεσή τους για θανάτωσή του σύμφωνα με το φρόνημα το οποίο είχαν για αυτόν (β).
«Πολύ καλά λοιπόν μιλώντας τους για το ότι θέλουν να τον θανατώσουν, ονομάζει τον εαυτό του άνθρωπο, φυλάσσοντας σε κάθε περίπτωση το αδιάφθορο για τον εαυτό του ως Θεό» (Κ).
«Με σαφήνεια δίδαξε ο Σωτήρας ότι αυτό που ζητούσαν οι Ιουδαίοι να σκοτώσουν, δεν ήταν Θεός, αλλά άνθρωπος, ο οποίος και φονεύτηκε· διότι δεν επιτρέπεται να λέμε ότι πεθαίνει ο Θεός» (Ω).
«Άνθρωπο· δεν λέω τον Υιό του Θεού· δεν λέω το Θεό· δεν λέω τον Λόγο, διότι ο Λόγος δεν πεθαίνει. Λέω απλώς ό,τι βλέπετε· διότι μόνο ό,τι βλέπετε, μπορείτε να φονεύσετε. Και εκείνον, τον οποίο δεν βλέπετε δεν μπορείτε να προσβάλετε» (Αυ). «Άνθρωπος όμως δεν λέγεται μόνο το σώμα του ανθρώπου, αλλά αυτό που αποτελείται και από τα δύο» (Γν).
(3)   Η οποία είναι πολύτιμη (b). Αυτό επιβαρύνει το αμάρτημά τους. «Ποια αλήθεια όμως έλεγε σε αυτούς; Ότι είμαι ίσος με τον Πατέρα· διότι για αυτό ζητούσαν οι Ιουδαίοι να τον φονεύσουν» (αμ).
(4)   Είναι αξιοσημείωτο, ότι ο Κύριος συνεχώς αναφέρεται στην ιδιότητά του ως αποκαλυπτή της αλήθειας, ως αυτού που μιλά μάλλον παρά ενεργεί. Όλα τα έργα του και τα θαύματά του υπάγονται στη μεγάλη του διακονία ως διδασκάλου, που επιβεβαιώνουν και μαρτυρούν για την αλήθεια αυτών που κηρύττει (ο).
(5)   «Επειδή λέει για τον εαυτό του ότι είναι άνθρωπος, και αυτό το λέει όπως ταιριάζει σε άνθρωπο. Διότι όπως λέγεται ότι πεθαίνει ως άνθρωπος, έτσι ας λέγεται ότι και ακούει ως άνθρωπος» (Κ).
(6)   Σκάλα: να φονεύσετε άνθρωπο-ο οποίος σας έχω πει την αλήθεια-την οποία άκουσα από το Θεό. Δεν είναι απλός φόνος, αλλά φόνος ανθρώπου που λέει την αλήθεια, και μάλιστα αλήθεια που του αποκαλύφθηκε από το Θεό (g).
(7)   «Ποιο λοιπόν είναι «αυτό» αν όχι το ότι ζητάτε να φονεύσετε άνθρωπο, ο οποίος έχει πει την αλήθεια;» (Ω). Τρία πράγματα επιβάρυναν την ενοχή τους. Ζητούσαν να αφαιρέσουν τη ζωή ανθρώπου, ο οποίος ήταν όμοιος με αυτούς, οστό από τα οστά τους και σάρκα από τη σάρκα τους. Και ο άνθρωπος αυτός όχι μόνο δεν είχε διαπράξει κάποιο αδίκημα εις βάρος τους, αλλά και τους ευεργέτησε πολύ, διότι είπε σε αυτούς την αλήθεια. Κανένα ψέμα δεν είχε ξεφύγει ποτέ από τα χείλη του, ώστε να έχουν και το ελάχιστο παράπονο εναντίον του. Και το ακόμα βαρύτερο, η αλήθεια την οποία είπε προς αυτούς, ήταν η αλήθεια την οποία άκουσε από το Θεό, διότι ως απεσταλμένος του Θεού μίλησε σε αυτούς. Ο Αβραάμ τίποτα παρόμοιο δεν έκανε ποτέ. Διακρίθηκε για τον ανθρωπισμό του, για την φιλανθρωπία του, για την προς τους αιχμαλώτους ευσπλαχνία του, για την υπακοή του σε αυτά που του αποκαλύπτονταν. Ο Αβραάμ πίστεψε στο Θεό, σε αντίθεση με την απιστία αυτών. Ο Αβραάμ ακολουθούσε υπάκουα, όπου ο Θεός τον οδηγούσε, σε αντίθεση με αυτούς, οι οποίοι αντιτάσσονταν πεισματικά σε αυτόν που τους έστειλε ο Θεός.

Ιω. 8,41 ὑμεῖς ποιεῖτε τὰ ἔργα(1) τοῦ πατρὸς ὑμῶν(2). εἶπον οὖν αὐτῷ(3)· ἡμεῖς(4) ἐκ πορνείας οὐ γεγεννήμεθα(5)· ἕνα πατέρα ἔχομεν, τὸν Θεόν(6).
Ιω. 8,41 Σεις πράττετε τα έργα του πατρός σας, δηλαδή του διαβόλου”. Είπαν τότε εις αυτόν• “ημείς δεν έχομεν γεννηθή από παράνομον επιμιξίαν με τους ειδωλολάτρας. Ενα πατέρα έχομεν, τον Θεόν”.
(1)   «Τον φόνο ανθρώπων και ό,τι άλλο πονηρό» (Ζ).
(2)   «Ο Χριστός ορίζει και ονομάζει πατέρα για τους Ιουδαίους διαφορετικό από τον άγιο Αβραάμ. Ποιος όμως είναι αυτός, δεν το λέει ακόμα με σαφήνεια» (Κ). Οπωσδήποτε είναι ο διάβολος. «Διότι με όποιο τρόπο αυτοί που προτιμούν να ζουν άριστα… μπορούν χωρίς κίνδυνο να ονομάζουν πατέρα το Θεό… έτσι και για τους κακούς δίκαια θα μπορούσε να θεωρηθεί πατέρας ο πονηρός» (Κ). Και εμείς όμως «όσο κάνουμε αμαρτίες, δεν αποβάλαμε ακόμα τη γέννηση από το διάβολο, έστω και αν νομιζόμαστε ότι πιστεύουμε στον Ιησού» (Ω).
Από την απάντηση αυτή του Κυρίου που αποφεύγει εδώ να ονομάσει στους Ιουδαίους τον πατέρα τους, διδασκόμαστε να συμπεριφερόμαστε και προς αυτούς τους κακούς με ευγένεια και σεβασμό και να μην είμαστε έτοιμοι να πούμε σε αυτούς ή σχετικά με αυτούς ό,τι ηχεί σκληρά στα αυτιά, οσοδήποτε και αν είναι αυτό αλήθεια.
(3)   Και πάλι παρανοούν οι Ιουδαίοι αυτό που είπε ο Κύριος. Και με την απάντησή τους υποστηρίζουν αφ’ ενός, ότι είναι νόμιμοι και γνήσιοι απόγονοι του Αβραάμ και της Σάρρας και αφ’ ετέρου, ότι εάν τίθεται ζήτημα για πνευματική και όχι φυσική καταγωγή, πατέρας τους είναι ο Θεός (β).
(4)   Το «εμείς» μπαίνει μπροστά με έμφαση (τ).
(5)   Υπάρχει και η γραφή «ουκ εγεννήθημεν (=δεν γεννηθήκαμε)». Ερμηνεύτηκε με διάφορους τρόπους· Ή, πλήττουν με αυτό συκοφαντικά τον Κύριο «αφρίζοντας από το κακό τους αχαλίνωτα και χλευάζοντας, λένε… Εσύ βέβαια έχεις δύο πατέρες… και ούτε γεννήθηκες από ευγενείς γάμους» (Κ). Και «το είπαν αυτό οι ακάθαρτοι για να υβρίσουν τον Ιησού, επειδή λεγόταν για αυτόν ότι δεν είναι φυσικός γιος του Ιωσήφ» (Ζ). Η ερμηνεία αυτή δεν φαίνεται πιθανή διότι η εκ Πνεύματος Αγίου υπερφυσική σύλληψη του Κυρίου ήταν μυστήριο ακόμα και αγνοούνταν από τους πολλούς, από τους οποίους ο Ιησούς Χριστός θεωρούνταν ως γιος του μαραγκού Ιωσήφ.
Ή, «το εμείς δεν έχουμε γεννηθεί από πορνεία, εννοείται για τα έθνη που κατάγονται από τον Ισμαήλ, ο οποίος γεννήθηκε στον Αβραάμ από δουλική σαρκική επαφή, από τη δούλη Άγαρ» (Ζ). Αλλά η σαρκική σχέση του Αβραάμ και της Άγαρ δεν ήταν πορνική, αλλά νόμιμη, αφού επιτρεπόταν πριν το Μωσαϊκό νόμο η πολυγαμία ή και η συμβίωση με γυναίκα δούλη. Επομένως και αυτή δεν φαίνεται πιθανή.
Ή: με τα λόγια αυτά οι Ιουδαίοι επιβεβαιώνουν την νομιμότητα του πνευματικού συνδέσμου του Ισραήλ με τον Ιεχωβά. Ο Ισραήλ ήταν η νύφη και η σύζυγος του Ιεχωβά και οι Ισραηλίτες παιδιά του Θεού αντίθετα με τους Σαμαρείτες και τους εθνικούς. Η ειδωλολατρία ήταν πορνεία, και αυτοί που εκτρέπονταν στη λατρεία των ειδώλων πόρνευαν από το Θεό και ήταν παιδιά πορνείας (Ωσηέ β 4). Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με το πνεύμα της Γραφής, αλλά πολύ βαθειά ώστε να παρουσιάζεται δύσκολο ότι οι διάνοιες των συνομιλητών του Ιησού συνέλαβαν τόσο υψηλή αλήθεια. Είναι όμως αρκετά σοβαρή ερμηνεία.
Ίσως περισσότερο φυσική ερμηνεία η εξής: Από τα χρόνια της επιστροφής από την αιχμαλωσία ο γάμος με γυναίκα εθνική θεωρούνταν ακάθαρτος και το παιδί που προερχόταν από αυτήν την ένωση θεωρούνταν καρπός ανομίας και ανήκε στην οικογένεια του Σατανά, του θεού των εθνικών. Τονίζουν λοιπόν με την απάντηση αυτή τη γνησιότητα και το ανόθευτο της καταγωγής τους από τον Αβραάμ και τη Σάρρα (g).
(6)   Γεννήθηκαν κάτω από τις πιο νόμιμες και κανονικές θεοκρατικές συνθήκες· δεν έχουν ούτε σταγόνα ειδωλολατρικού αίματος στις φλέβες τους και όντας Εβραίοι από Εβραίους (Φιλιπ. γ 5)(g), είναι και κατά την πνευματική τους καταγωγή τέκνα του Θεού (Πράξ. Εξ. δ 22,Δευτ. λβ 6,Ησ. ξγ 16,ξδ 8)(β). Ανήκουν στην εκκλησία του Θεού, στην οποία κανείς νόθος δεν μπορεί να μπει (Δευτ. κγ 2 «δεν θα μπει κάποιος που γεννήθηκε από πόρνη στην εκκλησία Κυρίου»). Μόνος ο Θεός είναι ο αληθινός Πατέρας τους, η ύψιστη αιτία της υπόστασής τους, και είναι γιοι του (Εξοδ. δ 22,Δευτ. λβ 6). Η γλώσσα με την οποία η πεποίθηση αυτή εκφράζεται, «εμείς δεν έχουμε γεννηθεί από πορνεία», είναι σχεδόν η κατά γράμμα αναίρεση του χωρίου του Ωσηέ (α 9), όπου λέγεται για τους Ισραηλίτες: «Όχι λαός μου, διότι εσείς δεν είστε λαός μου και εγώ δεν είμαι δικός σας» (χ).
Η πνευματική μας καταγωγή, η ιδιαίτερή μας σχέση με το Θεό, η οποία τόσο στενά συνδέεται με την από τον Αβραάμ κληρονομιά, είναι αδιαμφισβήτητη (μ). Σε αυτά ο Κύριος «μπορούσε και αυτό να το ελέγξει ότι δεν είναι έτσι, διότι πολλές φορές πράγματι ήλθαν σε επιμιξία με τα έθνη και πολλοί από αυτούς γεννήθηκαν από πορνεία… Αλλά ούτε αυτό ανέχεται ο Κύριος να κάνει» (Θμ). «Διότι δεν ήταν αυτή η επιδίωξή του, να δείξει δηλαδή ότι δεν έχουν ευγενική σωματική καταγωγή, αλλά όλη του η επιδίωξη ήταν να δείξει ότι δεν έχουν την ευγένεια στο πνεύμα» (Θφ).

Ιω. 8,42 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς(1)· εἰ ὁ Θεὸς πατὴρ ὑμῶν ἦν, ἠγαπᾶτε ἂν ἐμέ(2)· ἐγὼ γὰρ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθον(3) καὶ ἥκω(4)· οὐδὲ γὰρ ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ ἐλήλυθα(5), ἀλλ᾿ ἐκεῖνός με ἀπέστειλε(6).
Ιω. 8,42 Απεκρίθη εις αυτούς ο Ιησούς• “εάν πράγματι ο Θεός ήτο πατήρ σας, θα αγαπούσατε εμέ• διότι εγώ έχω προέλθει από τον Θεόν και έχω έλθει εις σας . Διότι και στον κόσμον δεν ήλθα από τον ευατόν μου, αλλά με έστειλεν Εκείνος.
(1)   Ποιοι είναι και ποιον πράγματι έχουν πατέρα, θα γίνει γνωστό από τους καρπούς τους (μ) και από την συμπεριφορά την οποία δείχνουν προς τον υιό του Θεού που στάλθηκε από το Θεό και έγινε άνθρωπος.
(2)   Το ίδιο επιχείρημα με το Α΄ Ιω. ε 1,2 (β).
«Ένας και αληθινός Υιός από τη φύση μου εγώ βλάστησα, από τον Θεό δηλαδή και Πατέρα… Πώς λοιπόν γενικά μπορείτε, λέει, να αριθμείστε στα τέκνα του Θεού, τη στιγμή που αυτόν που προήλθε από το Θεό και μεταπλάθει προς τη δική του μορφή αυτούς που πιστεύουν σε αυτόν, όχι μόνο δεν θέλετε να τον αγαπάτε, αλλά ήδη και τον ατιμάζετε;» (Κ).
Όλοι όσοι έχουν το Θεό πατέρα τους και αναγεννήθηκαν από αυτόν, έχουν και ειλικρινή αγάπη στον Ιησού Χριστό· τιμούν λατρευτικά το πρόσωπό του, αισθάνονται ευγνωμοσύνη προς αυτόν για την αγάπη του, φλέγονται από ζήλο θερμό για την επικράτηση του ευαγγελίου του και της βασιλείας του και κατέχονται από σπουδαία και ακούραστη φροντίδα να τηρούν τα παραγγέλματά του και δείχνουν έτσι έμπρακτα την προς αυτόν αγάπη τους.
(3)   Ή «φανερώνει την ανέκφραστη και άναρχη γέννησή του από τον Πατέρα» (Κ), αντί να πει «γεννήθηκα προαιωνίως» (Ζ). Ή, σημαίνει το γεγονός της ενανθρώπησης και σάρκωσης του Λόγου=βγήκα από το Θεό με το να σαρκωθώ και να γίνω άνθρωπος. «Λέει «βγήκα», υπαινισσόμενος την άφιξη σε εμάς» (Χ). «Επειδή όταν ο Υιός είναι μέσα στον Πατέρα έχοντας την μορφή του Θεού πριν αδειάσει τον εαυτό του, κατά κάποιο τρόπο είναι τόπος του ο Θεός… Όταν όμως κάποιος συγκρίνει εκείνη την κατάσταση του Υιού, με αυτήν κατά την οποία πήρε μορφή δούλου αφού άδειασε τον εαυτό του, τότε θα καταλάβει πώς ο υιός του Θεού βγήκε και ήλθε προς εμάς και κατά κάποιο τρόπο βγήκε έξω από αυτόν που τον έστειλε» (Ω).
Είναι ο υιός του Θεού που ενανθρώπησε και αυτό συνιστά αυτόν στην αγάπη όλων εκείνων, οι οποίοι γεννήθηκαν από το Θεό. Ο Χριστός ονομάζεται ο Αγαπημένος, διότι απολαμβάνοντας την απεριόριστη αγάπη του Πατέρα, είναι επίσης ο αγαπητός όλων των αγίων. Δες Εφεσ. α 6.
(4)   «Εννοεί τον ερχομό του σε αυτόν τον κόσμο με σάρκα» (Κ).=Να εγώ είμαι ανάμεσά σας.
(5)   Δες ζ 28. Δεν είμαι στον κόσμο χωρίς κάποια θεία αποστολή (β). Δεν ήλθε από τον εαυτό του όπως οι ψευδοπροφήτες, οι οποίοι ούτε την αποστολή ούτε το μήνυμά τους είχαν από το Θεό. Δες Ιερεμ. κγ 21. Είχε και την μαρτυρία για την αποστολή του και τις διδασκαλίες και οδηγίες τις οποίες δίδασκε στους Ιουδαίους από το Θεό. Ήλθε «για να μαζέψει σε ένα μέρος τα διασκορπισμένα τέκνα του Θεού» (Ιω. ια 52) και να οδηγήσει «πολλούς υιούς στη δόξα» (Εβρ. β 10). Δεν θα τον αγκάλιαζαν λοιπόν και με τα δύο χέρια τα παιδιά του Θεού; Οι Ιουδαίοι άρα, οι οποίοι τον απωθούσαν, δεν είχαν καμία συγγένεια με το Θεό.
(6)   «Με την ευαρέστηση του Θεού και Πατέρα ήλθα σε αυτόν τον κόσμο για να αναγγείλω σε σας τα εκ μέρους του Θεού… Πώς λοιπόν θα είστε ακόμα τέκνα του Θεού, ή με ποιο τρόπο θα κερδίσετε τη χάρη της οικειότητας προς αυτόν, μη έχοντας τιμήσει αυτόν που προήλθε από αυτόν;» (Κ).

Ιω. 8,43 διατί τὴν λαλιὰν(1) τὴν ἐμὴν οὐ γινώσκετε(2); ὅτι οὐ δύνασθε(3) ἀκούειν(2) τὸν λόγον(1) τὸν ἐμόν.
Ιω. 8,43 Διατί δε δεν κατανοείτε και δεν δέχεσθε την διδασκαλίαν μου; Διότι, σας το λέγω εγώ, δεν ημπορείτε λόγω της αμαρτωλότητός σας να ακούετε με ηρεμίαν και με ευλάβειαν τα λόγια μου.
(1)   Η διαφορά μεταξύ των λέξεων λαλιά και λόγος είναι ότι η μεν λαλιά αναφέρεται μάλλον στη μορφή, στον τρόπο ομιλίας, ενώ ο λόγος σημαίνει μάλλον το περιεχόμενο, την ίδια τη διδασκαλία (g). Εδώ η διαφορά είναι δυσδιάκριτη. Λαλιά= «τα λεγόμενα από εμένα» (Ζ), το οποίο πάλι σημαίνει «τη διδασκαλία μου» (Κ). Απόδειξη του ότι δεν ανήκαν στην οικογένεια του Θεού ήταν ότι δεν καταλάβαιναν τη γλώσσα και διάλεκτο αυτής της οικογένειας. Η λαλιά και ο λόγος του Χριστού ήταν θείος και ουράνιος και για αυτό ήταν επαρκώς κατανοητός σε εκείνους, οι οποίοι είχαν εξοικειωθεί με τη φωνή του Θεού στην Π.Δ.. Ο Χριστός έλεγε το λόγο του Θεού με τη γλώσσα της βασιλείας του Θεού. Οι Ιουδαίοι όμως, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι ανήκαν σε αυτήν τη βασιλεία, δεν κατανοούσαν τα ιδιώματα και τα νοήματα αυτής της γλώσσας, αλλά ως ξένοι και βάρβαροι χλεύαζαν αυτά. Όσοι δεν αρέσκονται στο λόγο του Θεού και δεν κινούνται με ενδιαφέρον για γνώση του, έχουν λόγους να φοβούνται ότι είναι ξένοι με τη φύση του Θεού.
(2)   Η αντίθεση είναι ανάμεσα στο γνωρίζω και το ακούω μάλλον, παρά ανάμεσα στο λαλιά και λόγος (β). Γνωρίζω εδώ σημαίνει αναγνωρίζω, διακρίνω τη διαφορά, διακρίνω το λόγο του Ιησού από το λόγο των συνηθισμένων ανθρώπων (g).
«Γιατί δεν κατανοείτε αυτά που λέω; Έπειτα προσθέτει και την αιτία που δεν τα καταλαβαίνουν. Διότι δεν μπορείτε να ακούτε το λόγο μου» (Ζ). Το ακούω με την έννοια του κατανοώ=ακούω με ενδιαφέρον και κατανόηση. «Πρώτα λοιπόν πρέπει να αποκτήσουμε δύναμη ακουστική του θείου λόγου, έτσι ώστε μετά από αυτό να γίνουμε ικανοί και να καταλαβαίνουμε όλη την διδασκαλία του Ιησού» (Ω).
(3)   «Το «δεν μπορείτε» το λέει, ελέγχοντάς τους για τη νωθρότητά τους προς το τελείως αγαθό, επειδή εξουσιάζονται από τα δικά τους πάθη. Διότι αποδυναμώνει η φιληδονία τον νου… Έχοντας λοιπόν εξασθενίσει από παλιά με τις ροπές σας στην κακία… δεν μπορείτε» (Κ).
«Το «δεν μπορείτε» εδώ σημαίνει το «δεν θέλετε»… δεν θέλετε… λόγω της κακότητας της ψυχής που σέρνεται κάτω και δεν φαντάζεται τίποτα υψηλό» (Ζ). Αυτό το δεν μπορείτε ισοδυναμεί με το δεν θέλετε πεισματικά. Δεν μπορούσαν να ακούνε τη διδασκαλία του Κυρίου, όπως αργότερα δεν μπορούσαν να ακούνε το Στέφανο, αλλά «αφού έκραξαν με φωνή μεγάλη έκλειναν τα αυτιά τους» (Πράξ. ζ 57) για να μην τον ακούνε. Όπως δεν μπορούσαν να ακούνε και τον Παύλο, κραυγάζοντας και ρίχνοντας τα ρούχα και πετώντας χώμα στον αέρα (Πράξ. κβ 23). Η βαθιά ριζωμένη στις διεφθαρμένες καρδιές αντιπάθεια προς τη διδασκαλία του Χριστού είναι η αληθινή αιτία της άγνοιας, την οποία οι άνθρωποι έχουν για αυτήν, και των πλανών και παρανοήσεων τις οποίες σχηματίζουν για αυτήν. Δεν αρέσκονται σε αυτήν λόγω της διαφθοράς τους και για αυτό δεν κατανοούν αυτήν και εμποδίζονται να την γνωρίσουν. «Δεν μπορείτε να ακούτε τον λόγο τον δικό μου», διότι είστε «κατὰ τὴν ὁμοίωσιν ἀσπίδος κωφῆς καὶ βυούσης τὰ ὦτα αὐτῆς (=μοιάζετε με φίδι κουφό το οποίο κλείνει τα αυτιά του)» (Ψαλμ. νζ 5)· ο Θεός με κάθε δικαιοσύνη «έδωσε σε αυτούς μάτια να μη βλέπουν και αυτιά να μην ακούνε» (Δευτερ. κθ 3).

Ιω. 8,44 ὑμεῖς(1) ἐκ(2) τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου(3) ἐστέ, καὶ τὰς ἐπιθυμίας(4) τοῦ πατρὸς ὑμῶν θέλετε ποιεῖν(5). ἐκεῖνος ἀνθρωποκτόνος ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς(6) καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ οὐχ ἕστηκεν(7), ὅτι οὐκ ἔστιν ἀλήθεια ἐν αὐτῷ(8)· ὅταν λαλῇ τὸ ψεῦδος, ἐκ τῶν ἰδίων λαλεῖ(9), ὅτι ψεύστης ἐστὶ καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ(10).
Ιω. 8,44 Σεις έχετε πατέρα τον διάβολον, από τον οποίον και κατάγεσθε και θέλετε να εκτελήτε τας πονηράς επιθυμίας του πατρός σας. Εκείνος από την αρχήν της δημιουργίας του ανθρώπου ήτο ανθρωποκτόνος και ποτέ δεν έχει σταθή ούτε και στέκεται εις την αλήθειαν, διότι δεν υπάρχει μέσα του, ούτε αλήθεια ούτε επιθυμία δια την αλήθειαν. Οταν λέγη το ψεύδος, το ανασύρει και το λέγει από τον ευατόν του, διότι είναι ψεύτης, και ο πατήρ και ο εφευρέτης του ψεύδους.
(1)   Μπαίνει μπροστά με έμφαση. Εσείς, οι οποίοι καυχιέστε, ότι έχετε Πατέρα το Θεό (g). «Απέκλεισε αυτούς από τη συγγένεια του Αβραάμ, και επειδή τόλμησαν μεγαλύτερα, τότε τους καταφέρει το χτύπημα λέγοντας ότι όχι μόνο του Αβραάμ δεν είναι, αλλά ότι είναι και του διαβόλου, κάνοντας την χειρουργική τομή αντίστοιχη με την αναισχυντία τους» (Χ).
(2)   Δεν σημαίνει μόνο την πηγή ή καταγωγή αλλά και την συμμετοχή στις ιδιότητες και τον χαρακτήρα εκείνου, από τον οποίο σαν από πηγή προήλθαν αυτοί (ο).
(3)   Υπάρχει και η ερμηνεία την οποία «κάποιοι από τους παλαιότερους εξηγητές» εισηγήθηκαν, θεωρώντας ότι με την παραπάνω φράση σημαίνεται «ο αρχαίος εκείνος σατανάς, ο οποίος θεωρείται και πρωτοστάτης όλων των άλλων δαιμονίων» (Κ)= Εσείς κατάγεστε από τον πατέρα του διαβόλου ή (όπου ο ενικός διαβόλου μπαίνει με έννοια αθροιστική) των πονηρών πνευμάτων. Αυτήν την ερμηνεία αποδέχτηκε και ο Grotius. Για αυτό και αναζητήθηκαν στη φράση αυτή ίχνη της γνωστικής διδασκαλίας των Οφιτών, σύμφωνα με την οποία ο Ιαλδαβαώθ, ο δημιουργός του κόσμου και Θεός των Ιουδαίων, ήταν ο πατέρας του φιδιού (Ειρηναίου κατά αιρέσεων Ι 30,6,10). Τέτοια όμως έννοια κηρύχτηκε από όλους σχεδόν τους ερμηνευτές ως τελείως ξένη με το ευαγγέλιο του Ιωάννη και ασυμβίβαστη με τα συμφραζόμενα (g,β).
Η μόνη ερμηνεία είναι η εξής: «Εσείς είστε από τον πατέρα εκείνον, τον διάβολο· πατέρας δικός σας εκείνος είναι, ο διάβολος» (Ζ). Το άρθρο σύμφωνα με άλλους μεν έχει έννοια κτητική (=εσείς πατέρα σας έχετε τον διάβολο), ενώ σύμφωνα με άλλους ερμηνεύτηκε: εσείς είστε παιδιά του πατέρα, ο οποίος είναι ο διάβολος. «Αυτό το είπε όχι επειδή ο διάβολος είναι αίτιος της ύπαρξής τους, αλλά είναι αίτιος του ότι έχουν γίνει πονηροί, το οποίο γίνεται από τη συμπεριφορά» (αμ). «Ήταν οι Ιουδαίοι τα παιδιά του διαβόλου μέσω μίμησης και όχι μέσω γέννησης» (Αυ). Εφόσον δεν είναι παιδιά του Θεού, είναι παιδιά του διαβόλου. Διότι ο Θεός και ο διάβολος μοιράζονται τον κόσμο των ανθρώπων. Ο διάβολος για αυτό χαρακτηρίζεται ότι «ενεργεί στους γιους της ανυπακοής» (Εφεσ. β 2). Όλοι οι πονηροί είναι παιδιά του διαβόλου, σπέρμα του φιδιού (Γεν. γ 15), γιοι του πονηρού (Ματθ. ιγ 38). Έχουν την εικόνα του, υπακούουν στα προστάγματά του και ακολουθούν το παράδειγμά του.
(4)   «Δεν αφήνει τη χειρουργική τομή χωρίς μαρτυρία, αλλά την αποδεικνύει με επιχειρήματα» (Χ). «Να πώς είστε παιδιά του· διότι τέτοιες είναι οι επιθυμίες σας, και όχι διότι δημιουργηθήκατε από αυτόν» (Αυ). «Και δεν είπε, Τα έργα, αλλά, Τις επιθυμίες, δείχνοντας ότι επιθυμούσαν πάρα πολύ και το ψεύδος και το φόνο, τα οποία είναι κατ’ εξοχήν ιδιαίτερα κακά του διαβόλου» (Θφ). Το «επιθυμία» στην Κ.Δ. βρίσκεται γενικά με κακή έννοια (ο). Οι άτακτες και παράνομες επιθυμίες του πατέρα τους αποκαλύπτονται στο δεύτερο τμήμα του σ. (g). Είναι λοιπόν αυτές «ο φόνος ανθρώπων και το ψεύδος» (Ζ). Και δείχνει έτσι «ότι και εκείνος και αυτοί έχουν μεγάλη επιθυμία για φόνους» (Χ).
Άξιες πολλής προσοχής και οι επόμενες παρατηρήσεις: Με τις σαρκικές και κοσμικές επιθυμίες ο διάβολος πειράζει τους ανθρώπους. Επειδή όμως αυτός είναι πνεύμα, που δεν έχει σάρκα, δεν μπορεί αυτός ο ίδιος να ικανοποιήσει αυτές από μόνος του. Οι χαρακτηριστικές του διαβόλου επιθυμίες είναι κακίες πνευματικές, υπερηφάνεια και φθόνος, μίσος, κακεντρέχεια και οργή, εχθρότητα προς κάθε τι καλό και πόθος να παρασύρει τους άλλους σε κάθε κακό. Αυτές είναι οι επιθυμίες, με την εκπλήρωση των οποίων ικανοποιείται ο διάβολος, και όλοι όσοι βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία αυτών των επιθυμιών, μοιάζουν με τον διάβολο σαν παιδιά στον πατέρα. Όσο κάποιος περισσότερο αρέσκεται και επιθυμεί και απολαμβάνει και μελετά με το νου την αμαρτία και ψάχνει να βρει μεθόδους για απόλαυσή της, τόσο περισσότερο μοιάζει με το διάβολο.
(5)   Είστε αποφασισμένοι να πράττετε. Το «θέλετε» δηλώνει πρόθεση και διάθεση θέλησης σταθερή και αταλάντευτη. Σημαίνει μάλλον επιθυμείτε, ποθείτε (g,ο). Όταν η αμαρτία διαπράττεται ελεύθερα και εσκεμμένα και όχι από απροσεξία, με σκέψη ψυχρή και όχι κατόπιν αντίστασης στην οποία τελικά η θέληση λόγω ασθένειας κάμφθηκε, όταν κάποιος εμμένει σε αυτήν πεισματικά και με απόφαση άκαμπτη, τότε μπορεί να λεχθεί και για αυτόν «ότι θέλει να κάνει τις επιθυμίες του πατέρα του».
(6)   «Αυτό εξηγεί το «θέλετε να κάνετε τις επιθυμίες του πατέρα σας»» (Αυ). «Ανθρωποκτόνος είναι αυτός που με οποιονδήποτε τρόπο σκότωσε άνθρωπο» (Ω). Στο Α΄ Ιω. γ 12 διαβάζουμε: «ο Κάϊν ήταν από τον πονηρό και έσφαξε τον αδελφό του». Για αυτό πολλοί θεώρησαν ότι και το παρόν χωρίο αναφέρεται στη μέσω του Κάϊν εισαγωγή του φόνου μεταξύ των ανθρώπων. («Τους πηγαίνει λοιπόν στον Κάϊν, ο οποίος πρώτος από όλους τους ανθρώπους δεν αγάπησε αυτόν που ήθελε να τον σωφρονίσει με ελέγχους, αλλά αναδείχτηκε η αρχή του φθόνου και του φόνου και του δόλου και του ψεύδους και της απάτης μετά από εκείνον, τον σατανά, του οποίου δίκαια θα μπορούσε να ονομαστεί γιος» (Κ)).
Πιο σωστή η εκδοχή, σύμφωνα με την οποία ο Σατανάς ονομάζεται ανθρωποκτόνος επειδή «φόνευσε τον πρώτο άνθρωπο, τον Αδάμ» (Ζ). «Διότι ενώ δεν μπορούσε να κατηγορήσει για κάτι τον Αδάμ, αλλά μόνο επειδή τον φθόνησε, τον φόνευσε» (Χ).
«Διότι η παράβαση του Αδάμ και ο θάνατος που μέσω αυτής όρμησε πάνω μας, ήταν έργο διαβολικής απάτης και φθόνου», όπως κάνει σαφές «το ρητό του πάνσοφου Σολομώντα (Σοφ. Σολ, β 24)… από το φθόνο του διαβόλου ο θάνατος μπήκε στον κόσμο» (Κ).
«Ο διάβολος ονομάζεται φονιάς όχι διότι είναι οπλισμένος με μαχαίρι ή ζωσμένος με ξίφος. Ήλθε στον άνθρωπο, έσπειρε τις πονηρές του επιβουλές και τον φόνευσε. Μη φαντάζεσαι λοιπόν ότι δεν είσαι φονιάς, όταν πείθεις τον αδελφό σου στο πονηρό. Εάν πείθεις τον αδελφό σου να πράξει το πονηρό, φονεύεις αυτόν» (Αυ). Υπέρ αυτής της ερμηνείας συνηγορεί και το «απ’ αρχής» που ακολουθεί, δηλαδή από την αρχή της ανθρωπότητας. «Διότι φόνευσε τον πρώτο άνθρωπο» (Αυ). Πάντοτε αφότου έλαβε κάποια γνώση για τη φύση του ανθρώπου (b). «Αυτήν την ανθρωποκτονία έπραξε αρχίζοντας από την αρχή» (Ω). «Από αυτήν τη στιγμή, κατά την οποία ο φόνος ήταν δυνατόν να διαπραχθεί, έγινε εκείνος φονιάς» (Αυ).
Φθόνησε την θεία εικόνα που ήταν στον άνθρωπο, ζήλεψε την ευτυχία του ανθρώπου και πόθησε διακαώς την καταστροφή του, και έτσι έκανε τον εαυτό του αδιάλλακτο εχθρό του όλου ανθρωπίνου γένους. Και αφού εξαπάτησε τον πρώτο άνθρωπο, για να αμαρτήσει, έγινε φονιάς ψυχών δηλητηριάζοντας με τον απαγορευμένο καρπό όλους τους ανθρώπους. Πόσο πρέπει να προσέχουμε και να προφυλάσσουμε τους εαυτούς μας απέναντι στα τεχνάσματα του διαβόλου και πόσο οφείλουμε να μην ακούμε ουδέποτε αυτόν και όταν ακόμα μας μιλά ευχάριστα και θελκτικά. Είναι φονιάς και ζητά να μας εξαπατήσει και να μας θανατώσει. Αλήθεια· είναι να απορεί κάποιος, πώς οι άνθρωποι συμφωνούν να κάνουν κύριό τους αυτόν, ο οποίος από την αρχή εργάστηκε και εργάζεται για τον όλεθρο του γένους τους.
(7)   Ή, «δεν παραμένει στον ορθό τρόπο ζωής· δεν αναπαύεται, αλλά μισεί αυτόν τον τρόπο ζωής» (Ζ). Ή, πιο σωστά, δεν στέκεται στην αλήθεια, δεν έχει μέρος με την αλήθεια, το έδαφος της αλήθειας είναι ξένο με αυτόν, δεν πατά ποτέ σε έδαφος αλήθειας. Και αποφάσισε να φονεύσει τον άνθρωπο για αυτόν ακριβώς το λόγο, διότι ο άνθρωπος ήταν τότε στην αλήθεια (b). Επιβουλεύτηκε και θανάτωσε τον άνθρωπο, διότι διέκρινε σε αυτόν το μελλοντικό όργανο της θείας αλήθειας. Επειδή λοιπόν ο Ιησούς υπήρξε ο τέλειος άνθρωπος και ως τέτοιος τέλειο όργανο της θείας αλήθειας, για αυτό ο διάβολος συγκέντρωσε ολόκληρο το μίσος εναντίον του (g).
Υπάρχει και η ερμηνεία που αναφέρει το χωρίο στην πρώτη πτώση του Σατανά που ανατράπηκε από το έδαφος της θείας αλήθειας με το ψεύδος της υπερηφάνειας. Οπότε το οὐχ ἕστηκεν= «Ήταν λοιπόν στην αλήθεια και έπεσε αφού δεν στάθηκε σε αυτήν» (Αυ). Δεν εξακολούθησε να παραμένει στην καθαρότητα και ευθύτητα της φύσης του, με την οποία τον δημιούργησε ο Θεός. Αλλά άφησε την πρώτη του κατάσταση και όταν εξέπεσε από την αγαθότητα, απομακρύνθηκε οριστικά από την αλήθεια, διότι η αποστασία του στηριζόταν σε ψεύδος. Και οι ιδέες τις οποίες διαδίδει, είναι ψευδείς και πλανημένες. Γνώρισε την αλήθεια, αλλά επειδή δεν την αγάπησε, έγινε εχθρός της, για αυτό και λέγεται για αυτόν ότι «δεν υπάρχει αλήθεια σε αυτόν».
(8)   Δεν στέκεται σε αλήθεια, διότι μέσα του δεν υπάρχει ούτε κάποιος μακρινός πόθος της αλήθειας. Του λείπει η εσωτερική αλήθεια, η ευθύτητα της θέλησης (g). «Η αιτία λοιπόν που αυτός δεν στάθηκε στην αλήθεια, ειπώθηκε με αυτόν τον τρόπο· ότι δηλαδή δεν υπάρχει αλήθεια σε αυτόν. Και για αυτό δεν υπάρχει αλήθεια σε αυτόν, επειδή ακριβώς… εξαπατήθηκε αυτός από τον εαυτό του, και θεωρήθηκε ότι είναι χειρότερος από αυτούς τους υπόλοιπους εξαπατημένους, διότι εκείνοι μεν εξαπατώνται από αυτόν, ενώ αυτός είναι ο ίδιος δημιουργός της απάτης στον εαυτό του» (Ω).
(9)   Όταν λέει το ψεύδος «από το περίσσευμα της καρδιάς το στόμα μιλά». Ολόκληρο το εσωτερικό του κατέχεται από το ψεύδος και το ψεύδος αποτελεί την προσωπική του δημιουργία (β,g). «Είναι δικό του το ψεύδος» (Ζ).
«Διότι εκείνος γέννησε το ψεύδος πρώτος, λέγοντας, Την ημέρα που θα φάτε από αυτό, θα ανοίξουν τα μάτια σας (Γεν. γ 5). Και αυτός χρησιμοποίησε πρώτος αυτό· διότι οι μεν άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν αυτό ως δικό τους αλλά ως ξένο, ενώ αυτός ως δικό του» (Χ). «Μιλά από τα δικά του και καθόλου από τα του Θεού» (Ω).
Το ψεύδος είναι το κύριο ιδίωμα της γλώσσας του. Ο Θεός όταν τον δημιούργησε, έβαλε μέσα σε αυτόν την αλήθεια. Το ψεύδος λοιπόν είναι εξ’ ολοκλήρου δικό του, διότι αυτός το επινόησε. Όταν οι άνθρωποι ψεύδονται, δανείζονται το ψεύδος από το σατανά και αυτός γεμίζει τις καρδιές τους στο να ψεύδονται (Πράξ. ε 3). Όταν όμως ο σατανάς λέει το ψεύδος, έχει μέσα στον εαυτό του τον κανόνα και το πρότυπο, σύμφωνα με το οποίο σχηματίζει και δημιουργεί αυτό· τα ελατήρια και τα κίνητρα που τον ωθούν να ψεύδεται, δεν βρίσκονται έξω από αυτόν, αλλά στο ίδιο το εσωτερικό του. Και επειδή στην αρχική του πτώση δεν είχε άλλον, ο οποίος να τον παρακινήσει σε αυτήν, αλλά αυτός μόνος και από τον εαυτό του κινήθηκε προς αυτήν, η αμαρτία του υπήρξε ανεπανόρθωτη και η διαφθορά του πλήρης. Αντιθέτως ο Κύριος για τον εαυτό του κηρύττει, ότι «εγώ δεν μίλησα από τον εαυτό μου» (Ιω. ιβ 49, δες και ζ 17). Οι λόγοι του εκφράζουν το θέλημα και τη σκέψη του Πατέρα, ενώ του διαβόλου οι λόγοι εκφράζουν την αποξενωμένη από την αλήθεια φύση του. Ομοίως και για το Πνεύμα κηρύττεται ότι «δεν θα μιλήσει από τον εαυτό του» (Ιω. ιστ 13)(β).
(10)   Ό,τι προηγουμένως είπε αρνητικά («δεν υπάρχει αλήθεια σε αυτόν»), τώρα το επαναλαμβάνει θετικά. Είναι ψεύτης και ο πατέρας του, δηλαδή «είναι ο πατέρας του ψεύδους» (Ω). «Επειδή είναι ο πρώτος που το εφηύρε» (Ζ). «Αυτός πρώτος γέννησε το ψεύδος λέγοντας άλλα αντί άλλων στην Εύα» (αμ). «Με το ψέμα κατέχει τα πάντα, άλλοτε μεν συκοφαντώντας το Θεό στους ανθρώπους, άλλοτε δε τους ανθρώπους στο Θεό… λέγοντας για τον Ιώβ, Μήπως δωρεάν και χωρίς αμοιβές σέβεται ο Ιώβ το Θεό;» (Θη).
Οι χρησμοί του ήταν ψέματα, οι προφήτες του ψευδοπροφήτες και οι εικόνες και τα είδωλα της λατρείας του ήταν διδάσκαλοι ψεύδους. Έβαλε σε πειρασμό τους πρώτους ανθρώπους με ολοφάνερο ψεύδος. Και όλοι οι πειρασμοί του διεξάγονται με ψεύδη, με τα οποία παρουσιάζει το αγαθό ως κακό και το κακό ως αγαθό, υποσχόμενος ατιμωρησία για κάθε αμαρτία. Γνωρίζει ότι όλα αυτά είναι ψεύδη, τα υποβάλλει όμως με την πρόθεση να εξαπατά και έτσι να οδηγεί στον όλεθρο.
Ή, ο διάβολος είναι συγχρόνως ψεύτης ο ίδιος και πατέρας κάθε ψεύδους… Κάθε άνθρωπος ψεύτης είναι υιός του διαβόλου (b). «Εσύ είναι δυνατόν αν είσαι ψεύτης, διότι λες κάποιο ψεύδος, αλλά δεν είσαι και ο πατέρας του. Διότι, εάν κατέχεις ό,τι λες από τον διάβολο και πίστεψες στον διάβολο, είσαι ψεύτης, αλλά όχι και πατέρας του ψεύδους» (Αυ). Και η δεύτερη αυτή ερμηνεία είναι αξιόλογη, εφόσον στα συμφραζόμενα πρόκειται όχι για την αρχή του ψεύδους γενικά, αλλά ειδικά για την συγγένεια με τον διάβολο και την υιοθέτηση από τον διάβολο των προσώπων με τα οποία συζητούσε ο Κύριος (g). Αυτός ο ψεύτης είναι ο πατέρας σας και εσείς είστε ψεύτες (μ).

Ιω. 8,45 ἐγὼ(1) δὲ ὅτι τὴν ἀλήθειαν λέγω, οὐ πιστεύετέ μοι(2).
Ιω. 8,45 Εγώ όμως λέγω πάντοτε την αλήθειαν, και εν τούτοις σεις δεν με πιστεύετε.
(1)   Μπαίνει μπροστά με έμφαση και σε αντίθεση με τον πατέρα του ψεύδους (g). (2) Συμβαίνει σε αυτούς το τελείως αντίθετο από το συνηθισμένο. Συνήθως ο άνθρωπος που λέει την αλήθεια γίνεται πιστευτός. Αλλά εδώ οι Ιουδαίοι, ως παιδιά του ψεύτη διαβόλου δεν πίστευαν στον Ιησού που έλεγε την αλήθεια (g). «Αν μεν έλεγα ψέματα, θα με πιστεύατε, διότι θα έλεγα το χαρακτηριστικό του πατέρα σας· επειδή όμως διδάσκω την αλήθεια, δεν με πιστεύετε, διότι διδάσκω αυτό που είναι ξένο με αυτόν» (Ζ). «Επειδή έχετε οικειότητα με το ψεύδος, εύλογα δεν παραδέχεστε την αλήθεια που λέω» (Θμ). Από αυτό αποδεικνύεται ότι η από αυτούς απόρριψη της αλήθειας ήταν θεληματική και δεν οφειλόταν σε ανεπάρκεια της αποκάλυψής της, ή στο ακατανόητό της. «Είπε την αιτία για την οποία δεν μπορούν, ώστε να φανεί ότι η αδυναμία βρισκόταν στη δική τους προαίρεση και όχι στη φύση του πράγματος» (Θμ).
Άθλια είναι η κατάσταση εκείνων, στους οποίους το φως της αλήθειας έγινε τυραννικό βάσανο. Δεν ήθελαν οι Ιουδαίοι να ακούσουν τη διδασκαλία του Κυρίου, διότι αυτή εξέθετε σε αυτούς αλήθειες δυσάρεστες. Όταν τους έλεγε την αλήθεια για τους εαυτούς τους και για την κατάστασή τους, έδειχνε σε αυτούς σαν σε κάποιο καθρέπτη την εικόνα τους, η οποία δεν ήταν κολακευτική για αυτούς, επειδή τους φαινόταν άσχημη και δύσμορφη. Για αυτό και δεν πίστευαν σε ό,τι τους έλεγε.

Ιω. 8,46 τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με(1) περὶ ἁμαρτίας(2); εἰ δὲ ἀλήθειαν λέγω(3), διατί ὑμεῖς οὐ πιστεύετέ μοι(4);
Ιω. 8,46 Ποίος από σας είναι δυνατόν να με ελέγξη έστω και δια την παραμικροτέραν αμαρτίαν; Εάν δε εγώ λέγω πάντοτε την αλήθειαν, διατί σεις δεν με πιστεύετε;
(1)   «Η ερώτηση δεν δείχνει κάποιον που περιμένει να ελεγχθεί, αλλά που μάλλον αναιρεί και αποκλείει τελείως το ότι έπεσε σε αμαρτία» (Κ). Προκαλεί αυτούς να τον αποδείξουν ως αμαρτωλό, βέβαιος, ότι ήταν αδύνατον να τον αποδείξουν τέτοιο.
(2)   Όχι «αμαρτία εδώ ονομάζει το ψεύδος» (Κ). Αλλά η λέξη με τη συνηθισμένη της έννοια. Αγιότητα και αλήθεια είναι αδελφές και η απόλυτα άμεμπτη διαγωγή του Ιησού αποτελούσε την καλύτερη εγγύηση, ότι έλεγε την αλήθεια και απέκλειε κάθε υποψία για το ότι η διδασκαλία του δεν ήταν αληθινή (g).
Οι διάκονοι του Κυρίου όπως και όλοι οι μαθητές του ας μάθουν από εδώ να περπατούν και να συμπεριφέρονται με προσοχή, ώστε αυτοί που τους παρακολουθούν να μην μπορούν να τους ελέγξουν για αμαρτία, και έτσι να μη σπιλωθεί ποτέ εξαιτίας τους η διακονία του ευαγγελίου. Ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος του να πειστούν οι διδασκόμενοι από εμάς ότι αυτό ή εκείνο είναι αμαρτία και ότι η αμαρτία είναι κάτι ολέθριο, είναι να μην αμαρτάνουμε εμείς που τους διδάσκουμε. Επίσης ας μάθουμε από το παράδειγμα αυτό του Κυρίου να δεχόμαστε τον έλεγχο. Παρόλο που ενδέχεται σε πολλές περιστάσεις να έχουμε πεποίθηση για το ότι βρισκόμαστε στο δίκαιο, όμως πρέπει πρόθυμα να δεχόμαστε να τίθεται υπό έλεγχο και δοκιμασία η συμπεριφορά μας, ώστε να διαπιστώνεται ακριβέστερα, ότι σε τίποτα δεν παρεκτραπήκαμε. Μετά την ερώτηση αυτή πιθανότατα παρεμβλήθηκαν κάποιες στιγμές σιγής, κατά τις οποίες ο Κύριος ανέμεινε τους προκαλουμένους να απαντήσουν. Αφού κανείς δεν απάντησε ο Κύριος προσθέτει τα επόμενα λόγια. Η απόλυτη αναμαρτησία και τέλεια αγιότητα του Κυρίου αποδεικνύεται στο χωρίο αυτό όχι κυρίως από τη σιγή αυτή των Ιουδαίων, αλλά από την πεποίθηση με την οποία ο Κύριος θέτει αυτό το ερώτημα (g).
«Κανένας μεν άνθρωπος δεν μπόρεσε να πει με πεποίθηση για το ότι δεν έχει αμαρτήσει, το «Ποιος από εσάς με ελέγχει για αμαρτία;», αλλά μόνο ο Κύριός μας… μπόρεσε… αυτά» (Ω). Εάν ο Ιησούς δεν είχε άμεση συνείδηση και βέβαιη πληροφορία, ότι είναι αναμάρτητος, ουδέποτε θα έθετε τέτοιο ερώτημα.
(3)   Αφού κανείς από εσάς δεν με ελέγχει για αμαρτία, αφού κανείς από εσάς δεν μπορεί να πει ότι είπα ποτέ ψέματα, «άρα λέω αλήθεια» (Ζ).
(4)   Και εφόσον λέω αλήθεια, «γιατί εσείς δεν με πιστεύετε;» «Έτσι τους ελέγχει ότι είναι με τη θέλησή τους κακοί» (Ζ). «Τα παιδιά της αλήθειας δέχονται πρόθυμα αυτό με το οποίο συγγενεύουν, δηλαδή την αλήθεια. Εσείς λοιπόν για αυτό δεν πιστεύετε όταν λέω την αλήθεια, επειδή δεν είστε γιοι της αλήθειας» (Κ).
Εάν οι άνθρωποι ήθελαν να εξετάσουν ψυχρά και απροκατάληπτα τους λόγους της απιστίας τους, θα εύρισκαν αυτούς να καταλήγουν σε τέτοιους παραλογισμούς, ώστε θα ντρέπονταν για αυτούς. Διότι θα διαπιστώναμε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν πιστεύουμε στο Χριστό, είναι κυρίως το ότι δεν θέλουμε να χωριστούμε από τις αμαρτίες μας και η αυταπάρνηση μάς παρουσιάζεται ως ζυγός βαρύς. Ο κώδικας του Βέζα παραλείπει τον στίχο ολόκληρο από μπέρδεμα της όρασης των δύο «οὐ πιστεύετέ μοι», του προηγούμενου και του παρόντος στίχου.

Ιω. 8,47 ὁ ὢν ἐκ τοῦ Θεοῦ(1) τὰ ῥήματα τοῦ Θεοῦ ἀκούει(2)· διὰ τοῦτο ὑμεῖς οὐκ ἀκούετε(3), ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἐστέ.
Ιω. 8,47 Εκείνος που κατάγεται από τον Θεόν, ακούει τα λόγια του Θεού• δια τούτο σεις δεν δίδετε σημασίαν στους λόγους του Θεού, διότι δεν είσθε από τον Θεόν”.
(1)   Σαν από πατέρα (b). Κατάγεται από το Θεό όχι «ως προς την έννοια της δημιουργίας» διότι έτσι «όλοι κατάγονται από το Θεό» (Ζ), «και πονηροί και αγαθοί, διότι είναι δημιουργός όλων» (Κ). Ονομάζει εδώ ότι κατάγεται από το Θεό «αυτόν που με την αρετή και τον σύμφωνο με το νόμο του Θεού τρόπο ζωής έκανε δικό του το Θεό και αξιώθηκε κατά κάποιο τρόπο τη συγγένεια με αυτόν, αφού και ο Θεός αξιώνει να κατατάσσει στα παιδιά του αυτού του είδους τους ανθρώπους» (Κ).
Σύμφωνα με αυτά οι Ιουδαίοι «είναι συγχρόνως και δεν είναι από το Θεό. Εκ φύσεως είναι από το Θεό· λόγω διαφθοράς όμως δεν είναι από το Θεό… Με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο και ήταν τέκνα του Αβραάμ και δεν ήταν τέτοια… Ήταν από το Θεό, διότι αυτός δημιούργησε τον άνθρωπο. Δεν ήταν από αυτόν διότι είχαν διαφθείρει τους εαυτούς τους. Δεν ήταν πλέον από αυτόν, διότι μιμούμενοι τον διάβολο έγιναν τέκνα του διαβόλου» (Αυ). Αντιτίθεται αυτό στο «εσείς είστε από τον πατέρα τον διάβολο» (σ. 44). Δεν εννοείται εδώ η πνευματική και ηθική συγγένεια, η υιότητα μέσω της πίστης στο Χριστό και της πνευματικής αναγέννησης με αυτόν, με τον ουράνιο Πατέρα, αλλά η ηθική συγγένεια με το Θεό (κ).
(2)   «Δέχεται τα λόγια του Θεού και υπακούει» (Ζ)· «με πολλή ευκολία και ευχαρίστηση θα δεχτεί μέσα του τα θεία λόγια· διότι πάντοτε είναι αγαπητό κατά κάποιο τρόπο αυτό με το οποίο έχουμε συγγένεια και οικειότητα» (Κ). Ακούει, δηλαδή δέχεται με πίστη αυτά και συμμορφώνεται με αυτά κανονίζοντας τον βίο του σύμφωνα με αυτά (ο). «Κανένας να μη νομίζει, ότι διατάζει να βάζουμε μέσα μας τα θεία λόγια μόνο με τη σωματική ακοή… Το ρήμα «ακούει» το λέει αντί για το συμφωνεί, πείθεται και κρύβει μέσα στο νου του» (Κ). «Το «ακούει» το λέει όχι όσον αφορά τα αισθητά αυτιά, αλλά όσον αφορά την συγκατάθεση της ψυχής» (αμ).
(3)   Το συμπέρασμα «δεν είστε από το Θεό», αποδεικνύεται από το αποτέλεσμα «εσείς δεν ακούτε» (b). «Εσείς δεν δέχεστε· άρα δεν είστε από το Θεό. Και επομένως ψεύδεστε λέγοντας ότι έχετε πατέρα το Θεό και ότι κατάγεστε από το Θεό» (Ζ).

Ιω. 8,48 ἀπεκρίθησαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ εἶπον αὐτῷ· οὐ καλῶς λέγομεν(1) ἡμεῖς(2) ὅτι Σαμαρείτης(3) εἶ σὺ καὶ δαιμόνιον ἔχεις(4);
Ιω. 8,48 οι Ιουδαίοι, απήντησαν και του είπαν• “καλά δεν λέγομεν ημείς, ότι είσαι Σαμαρείτης και ότι έχεις δαιμόνιον;”
(1)   Υπάρχει και η γραφή: ελέγομεν= «Είναι φανερό λοιπόν ότι πολλές φορές του το είπαν αυτό» (Σχ).
(2)   Η έμφαση είναι στο ἡμεῖς (=εμείς). Για τη φράση «καλώς λέγω» δες δ 17,ιγ 13 (β).
(3)   Ή, «λένε ότι είναι Σαμαρείτης διότι αδιαφορεί για τις νομικές εντολές και δεν υπολογίζει καθόλου την παράβαση του σαββάτου· διότι οι Σαμαρείτες δεν τηρούν με ακρίβεια τον Ιουδαϊσμό» (Κ). «Τον ονομάζουν Σαμαρείτη διότι διέστρεφε τα Ιουδαϊκά (παραγγέλματα) παρόμοια με τους Σαμαρείτες» (Ω).
Ή, «επειδή ακριβώς ήταν συνήθεια στους Σαμαρείτες στους εαυτούς τους από τη μία να μαρτυρούν και να αποδίδουν την καθαρότητα, τους άλλους από την άλλη να τους κατακρίνουν ως μολυσμένους» (Κ). Το ερώτημα αυτό προφανώς στηρίζεται στην κατηγορία που εξέφρασε ο Κύριος, ότι οι Ιουδαίοι δεν ήταν από το Θεό. Συνεπώς ονομάζουν τον Κύριο Σαμαρείτη, διότι και οι Σαμαρείτες αρνούνταν κάθε προνόμιο στους Ισραηλίτες μη θεωρώντας αυτούς απόγονους του Αβραάμ (ο,β).
Η επιμονή του Κυρίου να αρνείται σε αυτούς την καταγωγή από τον Αβραάμ και από το Θεό, έδωσε την αφορμή στους Ιουδαίους να τον κατηγορήσουν ως μη γνήσιο Ισραηλίτη και ότι έχει στο αίμα του τον διάβολο (μ). «Πότε όμως τον είπαν Σαμαρείτη; Πουθενά δεν το είπε αυτό ο ευαγγελιστής. Από αυτό λοιπόν είναι φανερό, ότι πολλά τα παρέλειψαν οι ευαγγελιστές και δεν τα έγραψαν όλα» (Θφ). Κατηγορώντας τον Κύριο ως Σαμαρείτη τον εξέθεταν στη δυσμένεια του πλήθους, διότι δεν υπήρχε άλλο χειρότερο από το να αποκαλέσεις κάποιον στη μέση της Ιερουσαλήμ Σαμαρείτη. Εάν ήταν Σαμαρείτης, θα έπρεπε να λιθοβοληθεί, διότι ερχόταν στο ιερό.
(4)   Λένε αυτό διότι υποθέτουν ότι τα λόγια του Ιησού προέρχονταν από παρανοϊκή αλαζονεία και σφετερισμό (b). «Λένε πάλι ότι έχει δαιμόνιο, επειδή των δαιμόνων είναι συνήθεια να μεταθέτουν στους εαυτούς τους την τιμή που οφείλεται στο Θεό και να αρπάζουν πρόθυμα την δόξα του Θεού» (Κ).
«Και έλεγαν ότι αυτός έχει δαιμόνιο εξαιτίας των λόγων του που ξεπερνούσαν τα ανθρώπινα μέτρα, λόγια με τα οποία έλεγε δικό του πατέρα το Θεό και ότι έχει κατέβει από τον ουρανό και ότι αυτός είναι ο άρτος της ζωής πολύ ανώτερος από το μάννα… και άλλα αμέτρητα, από τα οποία είναι γεμάτα τα ευαγγέλια» (Ω).
Η έννοια της φράσης αποδίδεται πλήρως με το: «είσαι το ίδιο κακός, όσο και τρελός» (g). Έτσι η θεία αποκάλυψη αληθειών, οι οποίες ξεπερνούν την κατανόηση του λογικού μας, όχι σπάνια θεωρήθηκε από τους ανθρώπους τους ξένους με το Θεό ως λόγος παραφροσύνης και ο προφήτης του Θεού χαρακτηρίστηκε ότι έχει δαιμόνιο. «Γνωρίζουμε τον άνδρα και την φλυαρία του» (Δ Βασ. θ 11) λέχθηκε για τον προφήτη που έχρισε τον Ιού βασιλιά. Η έμπνευση των εθνικών χρησμών και οι προφήτες των μαντείων ήταν βεβαίως παραφροσύνη, και εκείνοι που υπηρετούσαν σε αυτά γίνονταν για λίγο διάστημα εκτός εαυτών. Αλλά ό,τι λέει ο Ιησούς, είναι όντως θείο. Και η σοφία δικαιώθηκε από τα παιδιά της, διότι πράγματι ήταν και είναι σοφία.

Ιω. 8,49 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἐγὼ(1) δαιμόνιον οὐκ ἔχω(2), ἀλλὰ τιμῶ τὸν πατέρα μου(3), καὶ ὑμεῖς ἀτιμάζετέ με(4).
Ιω. 8,49 “Εγώ δεν έχω δαιμόνιον, αλλά με όσα λέγω και πράττω, τιμώ τον Πατέρα μου και σεις με εξευτελίζετε και με υβρίζετε,
(1)   «Εκεί μεν που χρειαζόταν να τους διδάξει και να καταρρίψει την μεγάλη αλαζονεία τους και να τους διδάξει να μην υπερηφανεύονται εξαιτίας του Αβραάμ, ήταν αυστηρός· όπου όμως έπρεπε, υβριζόμενος ο ίδιος, να υπομείνει αυτό, δείχνει πολλή πραότητα. Όταν δηλαδή έλεγαν μεν ότι έχουμε Πατέρα το Θεό και τον Αβραάμ, τους επέπληξε πάρα πολύ αυστηρά· όταν όμως τον ονόμαζαν δαιμονισμένο, χρησιμοποιεί στα λόγια του πολλή επιείκεια, διδάσκοντάς μας να υπερασπίζουμε μεν αυτά που αφορούν το Θεό, να παραβλέπουμε όμως αυτά που αφορούν εμάς» (Χ).
Εδώ η πραότητα και ευσπλαχνία του ουρανού λάμπει στην απάντηση του Χριστού στην πρόστυχη συκοφαντία εναντίον του. Το «εγώ» όμως μπαίνει μπροστά με έμφαση.
«Έγινε ο λόγος με πραότητα μεν, αλλά και με πολλή λοιπόν εκφραστικότητα. Διότι με πολλή έμφαση λέει το «Εγώ δεν έχω δαιμόνιο», και αντιδιαστέλλοντας κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό του με εκείνους, ισχυρίζεται ότι αυτός μεν είναι ελεύθερος από τον χλευασμό σχετικά με αυτό, αλλά δείχνει ότι αυτό που ειπώθηκε είναι αληθινό μάλλον για αυτούς» (Κ).
(2)   Είναι αξιοσημείωτο, ότι δεν προσέχει στην κατηγορία, η οποία εκφράζεται με το «εσύ είσαι Σαμαρείτης», διότι απέβλεπε στο ότι μία ημέρα ο μεταξύ Ιουδαίων και Σαμαρειτών ανταγωνισμός θα έπαυε (Ιω. δ 21), και οι Σαμαρείτες και οι εθνικοί μαζί με τους Ιουδαίους θα απολάμβαναν εξίσου την αγάπη και τις δωρεές του Θεού. Απαντά όμως στην κατηγορία «έχεις δαιμόνιο» με την οποία τον ανακηρύσσουν οι Ιουδαίοι αποξενωμένο από το Θεό και σε αποστασία προς αυτόν. Η έννοια της απάντησης: Δεν είμαι αποστάτης εναντίον του Θεού και δεν είμαι τρελός κάτω από σατανική επήρεια, και αν σας μιλώ έτσι, δεν ωθούμαι από μίσος ή διαταραγμένο μυαλό που προέρχεται από διαβολική επίδραση (ο).
(3)   =Αυτά που λέω εναντίον σας, τα λέω σεβόμενος και τιμώντας και δοξάζοντας τον Πατέρα μου. «Τιμώ τον Πατέρα αποκλείοντας από τη συγγένεια με αυτόν, αυτούς που είναι καταδικασμένοι για ασυγκράτητη πονηρία» (Κ). «Τιμώντας τον Πατέρα διακηρύττω για εσάς ότι δεν έχετε πατέρα το Θεό… Διότι είναι ατιμία του φιλανθρώπου, να είναι πατέρας αυτών που φονεύουν ανθρώπους» (Ζ). Και από αυτό αποδεικνυόταν, ότι δεν είχε δαιμόνιο, διότι εάν είχε, δεν θα τιμούσε το Θεό. Όσοι μπορούν να βεβαιώσουν αληθινά για τον εαυτό τους, ότι έχουν σταθερή και μόνιμη φροντίδα στη ζωή τους να τιμούν το Θεό, αυτοί είναι επαρκώς οπλισμένοι εναντίον των επικρίσεων και των κατηγοριών των ανθρώπων.
(4)   Και εσείς αντί να δεχτείτε την μαρτυρία μου προς τιμήν του Πατέρα, με ατιμάζετε. Η εναντίον του Ιησού υβριστική συμπεριφορά τους αντιτίθεται στην τιμή, την οποία ο Ιησούς απέδιδε στον Πατέρα και αποδεικνύονται έτσι ότι ατιμάζουν και τον ίδιο τον Πατέρα, αφού ατίμαζαν τον απεσταλμένο του μόνο και μόνο, διότι τιμούσε αυτός τον Πατέρα (ο).
«Με το να κατηγορείτε τους επαίνους μου για τον Πατέρα… συλλαμβάνεστε να ασεβείτε και σε αυτόν» (Κ). «Εξαιτίας εκείνου ακούω αυτά και εξαιτίας αυτού με ατιμάζετε… Σε εκείνον… οφείλετε να δώσετε λόγο για τα λόγια σας, εξαιτίας του οποίου ακούω τώρα αυτά» (Χ). Ο Κύριος τίμησε τον Πατέρα του όσο κανείς ποτέ από τους ανθρώπους. Και όμως ατιμάστηκε, όσο κανείς ποτέ άνθρωπος. Διότι αν και ο Θεός βεβαίωσε, ότι αυτούς που τον δοξάζουν θα τους δοξάσει και αυτός με τη σειρά του, ουδέποτε όμως υποσχέθηκε, ότι και όλοι οι άνθρωποι θα τους δόξαζαν.

Ιω. 8,50 ἐγὼ δὲ οὐ ζητῶ τὴν δόξαν μου(1)· ἔστιν ὁ ζητῶν(2) καὶ κρίνων(3).
Ιω. 8,50 εγώ δεν ζητώ να δοξασθώ εκ μέρους των ανθρώπων. Υπάρχει ο Πατήρ, ο οποίος θα κρίνη ανάμεσα εις εμέ και εις σας.
(1)   Κοσμική δόξα ή ύβρεις και ατιμώσεις από τους ανθρώπους του κόσμου δεν με ενδιαφέρουν, διότι εγώ δεν ζητώ να δοξάσω τον εαυτό μου (ο). Το μόνο ενδιαφέρον μου είναι να δοξάσω τον Πατέρα μου (τ). Πάρα πολλοί από τους νεώτερους υπονοούν ως αντικείμενο του «ζητώ» το «δόξα μου». Προφανώς αυτό σημαίνεται με το ρήμα ζητώ (χ). «Καθόλου δεν με νοιάζει αυτή η ύβρη» (Χ). 

   «Υπομένει το λυπηρό ήσυχα και έδειχνε τόση υπομονή, ώστε να μην θέλει ούτε με απλό λόγο να λυπήσει και αυτός με τη σειρά του τους αλαζόνες» (Κ). Δεν ζητώ «την εκδίκηση για το ότι με ατιμάζετε» (Ζ). Και πάλι το εγώ μπαίνει μπροστά με έμφαση και υποκρύπτει αντίθεση ανάμεσα στη δική του ταπείνωση και στη δική τους συνήθεια να περιαυτολογούν και να δοξάζουν τον εαυτό τους (ο). Ο Κύριος με όσα έλεγε δεν απέβλεπε στο να δοξάσει τον εαυτό του. Δεν επιζητούσε τις επιδοκιμασίες και επευφημίες των ανθρώπων ούτε επεδίωκε τις προτιμήσεις μεταξύ του κόσμου. Για αυτό και δεν ταραζόταν ούτε ανησυχούσε από τις κατηγορίες και συκοφαντίες τους. Εκείνοι, οι οποίοι είναι νεκροί απέναντι στους επαίνους των ανθρώπων, μπορούν με απάθεια να υπομείνουν και τις περιφρονήσεις τους. Ζήτα πάντοτε με όσα λες και πράττεις να δοξάζεται ο Κύριος και να είσαι βέβαιος ότι δεν θα μπορέσουν οι άνθρωποι να αφαιρέσουν την ειρήνη σου με οτιδήποτε και αν πουν εναντίον σου.

(2)   «Και εάν εγώ δεν παίρνω εκδίκηση για τον εαυτό μου, αλλά ανέχομαι να υβρίζομαι, μη νομίζετε ότι αυτή η ύβρις θα αφεθεί χωρίς εκδίκηση. Διότι υπάρχει ο Πατέρας, ο οποίος θα πάρει εκδίκηση για εμένα» (Θφ). «Ο Πατέρας εξαιτίας του οποίου με ατιμάσατε και προς τον οποίο μεταφέρεται η ατιμία του υιού» (Ζ). Μόνο η δόξα από το Θεό είναι άξια απόκτησης (ε 44,η 54). Ο Θεός ζητά την τιμή και τη δόξα εκείνων, οι οποίοι δεν ζητούν να δοξάσουν τον εαυτό τους. Και αυτό διότι οι άνθρωποι αυτοί είναι ταπεινόφρονες και προηγείται πάντοτε από τη δόξα και την τιμή η ταπείνωση.
(3)   «Και όχι μόνο ζητά, αλλά και μπορεί να κρίνει και να καταδικάσει αυτούς που παράλογα με υβρίζουν» (Θφ). Ο Πατέρας ζητώντας τη δόξα του υιού κρίνει και εκδίδει απόφαση για τη διαφορά μεταξύ αυτού και των υβριστών του. Οι δύο αυτές μετοχές ζητῶν καi κρίνων αναφέρονται στις πράξεις, με τις οποίες πρόκειται ο Πατέρας να δοξάσει τον Υιό και να τιμωρήσει τους συκοφάντες του. Η αποστολή του Αγίου Πνεύματος και η εγκαθίδρυση του νέου Ισραήλ της χάριτος αποτελεί την δόξα, την οποία ο Πατέρας ζητά για τον Υιό. Η καταστροφή των Ιεροσολύμων και η τελική κρίση αποτελεί την τιμωρία, την οποία ο Πατέρας φέρνει εναντίον αυτών που ατίμασαν τον Υιό του (g). Εάν επιχειρήσουμε να πάρουμε εκδίκηση για τους εαυτούς μας, μόνο με τα αδύναμα χέρια μας θα επιχειρήσουμε αυτό. Τι μπορεί να πετύχει ο άνθρωπος, όταν μαζί του δεν έχει και τη βοήθεια του Θεού; Εάν όμως παραμείνουμε ταπεινοί ικέτες ελπίζοντας με μακροθυμία στο Θεό, θα βρούμε Εκείνον να κρίνει και να διεκδικεί το δίκαιό μας.

Ιω. 8,51 ἀμὴν ἀμὴν(1) λέγω ὑμῖν, ἐάν τις τὸν λόγον τὸν ἐμὸν τηρήσῃ(2), θάνατον οὐ μὴ(3) θεωρήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα(4).
Ιω. 8,51 Σας διαβεβαιώνω, ότι όποιος εφαρμόσει τα λόγια μου εις την ζωήν του, δεν θα αντικρύση ποτέ τον αιώνιον πνευματικόν θάνατον-δηλαδή τον χωρισμόν του από τον Θεόν-την αιωνίαν κόλασιν”.
(1)   Κατηγορηματική βεβαίωση για ύψιστη αλήθεια, την οποία ευθύς αμέσως πρόκειται να διακηρύξει (ο). Η σχέση με τα παραπάνω καθορίστηκε από διάφορους με διάφορους τρόπους. Ή, «δείχνοντας για τον εαυτό του ότι είναι από τη φύση του Θεός, και με αυτό διδάσκει ότι δεν έχει απομείνει στους Ιουδαίους καμία υπερβολή ασέβειας, από τη στιγμή που είπαν ότι και δαιμόνιο έχει αυτός που δίνει τη ζωή σε αυτούς που θέλουν να τηρούν το λόγο του» (Κ). Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή με αυτά τα λόγια ο Κύριος αποδεικνύει από το μελλοντικό αποτέλεσμα… ότι αυτός και ο λόγος του δεν έχουν τίποτα κοινό με τον υπερήφανο και ανθρωποκτόνο διάβολο (b). Ή, απλούστερα, ο Κύριος στρέφεται τώρα προς αυτούς από το ακροατήριό του που έχουν περισσότερη διάθεση να μείνουν στο λόγο του και προς αυτούς απευθύνει τον λόγο, αφού έλεγξε αυτούς που σκανδαλίστηκαν (g).
(2)   «Δεν ανεχόταν να πει, Εάν κάποιος ακούσει το λόγο μου, αλλά, Εάν κάποιος τηρήσει το λόγο μου… Επομένως ο λόγος της σωτηρίας δεν συνίσταται στην απλή ακρόαση… αλλά στο να τηρήσει κάποιος αυτό που ακούστηκε και να έχει τον θείο λόγο σαν κανόνα κατά κάποιο τρόπο και οριστή της ζωής» (Κ).
«Εάν μαζί με την πίστη έχει και βίο καθαρό. Διότι τότε τηρεί κάποιος αληθινά την διδασκαλία του Κυρίου, όταν έχει και καθαρή ζωή» (Θφ). Τηρώ το λόγο, είναι φράση αποκλειστική του Ιωάννη (δες σ. 52,55,ιδ 23,24,ιε 20,ιζ 6,Α΄ Ιω. β 5), ουσιαστικά είναι η ίδια με τη φράση «τηρώ τις εντολές» (ιδ 21)(β). Δεν αρκεί μόνο να δεχτούμε το λόγο του Κυρίου, αλλά πρέπει και να τον φυλάμε· δεν αρκεί να έχουμε αυτόν το λόγο, αλλά πρέπει και να τον κρατάμε σφιχτά. Πρέπει να φυλάμε αυτόν στη διάνοιά μας και στη μνήμη μας, να φυλάσσουμε αυτόν με αγάπη και κάθε στοργή, ώστε να μην παρασυρόμαστε ούτε στην παραμικρή παράβασή του· να τηρούμε αυτόν ως ιερά παρακαταθήκη που μας εμπιστεύθηκαν, σαν κανόνα και υπόδειγμα της ζωής μας.
(3)   Κατηγορηματική άρνηση.
(4)   Εβραϊσμός (=εβραϊκός τρόπος γραφής και ομιλίας) αντί να πει: οὐ μὴ αποθάνη εἰς τὸν αἰῶνα. Δες γ 3 όπου το ἰδεῖν (απαρέμφατο του ὁρῶ) χρησιμοποιείται όπως το ρήμα θεωρῶ, εδώ με την έννοια του μετέχω, λαμβάνω πείρα (β). «Δεν θα δει θάνατο, δηλαδή δεν θα γευτεί θάνατο… Και τα δύο χρησιμοποιούνται εδώ με την έννοια του γνωρίζω εκ πείρας» (Αυ). Για τη φράση βλέπω θάνατο με την έννοια του πεθαίνω δες ψαλμ. πη 49, Λουκ. β 26,Εβρ. ια 5. Η εδώ υπόσχεση δεν αφορά το σωματικό θάνατο, για τον οποίο δεν γίνεται λόγος (β).
«Οπωσδήποτε με αυτό δεν δηλώνει τον σωματικό θάνατο, αλλά την κόλαση που έχει ετοιμαστεί για τους αμαρτωλούς» (Κ).
Αναφέρεται «στο δεύτερο θάνατο, τον αιώνιο θάνατο, τον θάνατο του Άδη, τον θάνατο της καταδίκης μαζί με το διάβολο και τους αγγέλους του. Αυτός είναι ο πραγματικός θάνατος, ενώ ο άλλος είναι μόνο μία μετάθεση» (Αυ).
Εύστοχη και η παρατήρηση: Το θεωρώ σημαίνει βλέπω σε κάτι με ενδιαφέρον. Έτσι ο Κύριος εδώ δεν υπόσχεται ότι καθένας που τηρεί το λόγο του θα αποφύγει τον φυσικό θάνατο, αλλά ότι εάν η διάνοιά του στραφεί κάποτε σε αυτήν τη λέξη, δεν θα δώσει καμία προσοχή στο θάνατο. Μπορεί να ειπωθεί αληθινά για αυτόν, ότι δεν θα λάβει πείρα θανάτου, διότι παρόλο που θα συμβεί αυτός σε αυτόν, δεν θα ενδιαφερθεί αυτός για το συμβάν αυτό περισσότερο από ότι εάν πέσει φύλλο από δέντρο, κάτω από το οποίο κάθεται και διαβάζει κάποιο βιβλίο (τ).

Ιω. 8,52 εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι· νῦν ἐγνώκαμεν(1) ὅτι δαιμόνιον ἔχεις(2). Ἀβραὰμ(3) ἀπέθανε καὶ οἱ προφῆται(4), καὶ σὺ λέγεις(5), ἐάν τις τὸν λόγον μου τηρήσῃ, οὐ μὴ γεύσηται θανάτου(6) εἰς τὸν αἰῶνα(7);
Ιω. 8,52 Είπαν τότε εις αυτόν οι Ιουδαίοι• “τώρα πλέον εκαταλάβαμε καλά, ότι έχεις δαιμόνιον. Ο Αβραάμ επέθανε και οι προφήται επέθαναν και συ λέγεις• Οποιος τηρήσει τον λόγον μου δεν θα παθάνη ποτέ;
(1)   Πριν μίλησαν με κάποια αμφιβολία (b). Τώρα δεν μιλούν με εικασία αλλά με βεβαιότητα. Παρεξηγούν και πάλι τον Κύριο παίρνοντας τα όσα είπε για το θάνατο κατά γράμμα και ότι αναφέρονταν στο σωματικό θάνατο, τον οποίο όλοι, και αυτοί οι δίκαιοι θα δοκιμάσουν (μ).
(2)   Αφού παρανόησαν λοιπόν τα λόγια του Κυρίου για το θάνατο, βρίσκουν ανόητη και παράφρονα την αξίωση, ότι αυτοί που τηρούν το λόγο του Ιησού δεν θα πεθάνουν ποτέ, απολαμβάνοντας έτσι προνόμιο το οποίο ούτε ο Αβραάμ ούτε οι προφήτες είχαν. Για αυτό αποδίδουν αυτές τις αξιώσεις του σε παραφροσύνη και μεγαλομανία που προέρχεται από το διάβολο (ο,g). «Οι Ιουδαίοι θεωρούσαν ότι με ενέργεια δαιμονίου είπε ο Ιησούς το, Αμήν αμήν…» (Ω).
Εάν δεν είχε αποδείξει σε αυτούς και με το παραπάνω, ότι ήταν Διδάσκαλος που ήλθε από το Θεό, οι υποσχέσεις του για αθανασία δίκαια θα γελοιοποιούνταν. Αλλά η διδασκαλία του υπήρξε ολοφάνερα θεία και επιβεβαιωνόταν από τα θαύματά του, ενώ από την άλλη ο Μωϋσής είχε προαναγγείλει την έλευση τέτοιου προφήτη, στον οποίο όφειλαν να πιστεύουν. Το ότι λοιπόν αυτοί απέρριπταν με τέτοιο τρόπο αυτόν, ισοδυναμούσε με το να εγκαταλείπουν την υπόσχεση εκείνη, που έγινε από το Θεό στους πατέρες, «στην οποία οι 12 φυλές ήλπιζαν να φτάσουν» (Πράξ. κστ 7).
(3)   Συνεχώς αναφέρουν τον Αβραάμ εκδηλώνοντας έτσι την απόφαση να στηρίξουν την διακήρυξή τους, ότι ο Αβραάμ ήταν πατέρας τους (ο).
(4)   «Οι οποίοι τήρησαν το λόγο του Θεού» (Ζ). «Έπειτα εσύ λες ότι αυτός που θα φυλάξει τα λόγια σου δεν θα γευτεί καθόλου το θάνατο. Πώς λοιπόν δεν θα πει κάποιος ότι τα δικά σου είναι ανώτερα από τα του Θεού; Αυτός όμως που θεώρησε ότι υπερτερεί του Θεού, πώς δεν είναι σαφέστατα τρελός;» (Κ).
Είναι αλήθεια ότι ο Αβραάμ και οι προφήτες υπήρξαν μεγάλοι άνδρες, μεγάλοι ενώπιον του Θεού, μεγάλοι στην εκτίμηση από όλους τους αγαθούς ανθρώπους. Είναι επίσης αλήθεια, ότι τήρησαν τους λόγους του Θεού και υπάκουσαν σε αυτούς. Και όμως πέθαναν και ουδέποτε αξίωσαν, ότι κατείχαν την αθανασία, πολύ δε περισσότερο, ότι μπορούσαν να μεταδώσουν αυτήν και στους άλλους, αλλά όλοι πέθαναν. Αυτό βέβαια ενθαρρύνει και τον καθένα από εμάς απέναντι στο θάνατο. Γιατί ένας ενάρετος άνθρωπος θα φοβόταν το θάνατο, όταν και ο Αβραάμ πέθανε και οι προφήτες πέθαναν; Διάνυσαν το δρόμο τους δια μέσου της σκοτεινής αυτής κοιλάδας της παρούσας ζωής και οι δοκιμασίες τις οποίες σε αυτήν υπέστησαν τους εξοικείωσαν με το θάνατο, ώστε να μην τον τρέμουν. Τα λόγια του Χριστού όμως για αθανασία φαίνονται στους Ιουδαίους σαν λόγια παραφροσύνης.
(5)   «Επειδή νόμισαν ότι το λεγόμενο αναφερόταν στον κοινό σε όλους θάνατο, θεώρησαν ότι παραλογίζεται αυτός που λέει ότι καθένας που τήρησε το λόγο του δεν θα πεθάνει ποτέ, τη στιγμή που ο Αβραάμ και οι προφήτες πέθαναν» (Ω). «Αλλά στο θάνατο τον οποίο εννοεί ο Κύριος, ούτε ο Αβραάμ ούτε οι προφήτες υπήρχαν. Διότι αυτοί πέθαναν και όμως ζουν» (Αυ).
(6)   Η φράση γεύομαι θανάτου είναι Εβραϊκή. Παρόλο που δεν συναντιέται στην Π.Δ. βρίσκεται στο Ταλμούδ. Δες Ματθ. ιστ 28,Μάρκ. θ 1,Λουκ. θ 27,Εβρ. β 9 (β). Η μεταφορά είναι μάλλον από τη σύγκριση του θανάτου με ποτήρι πικρό, το οποίο καλούνται όλοι να πιουν (g). Ο βατικανός γράφει: θάνατον ου μη θεωρήση.
(7)   Όχι δεν θα πεθάνει για πάντα, δηλαδή θα πεθάνει μεν αλλά δεν θα μείνει αιωνίως νεκρός· αλλά με την έννοια του: δεν θα πεθάνει ποτέ· δεν θα δοκιμάσει θάνατο (g).

Ιω. 8,53 μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἀβραάμ(1), ὅστις(2) ἀπέθανε; καὶ οἱ προφῆται ἀπέθανον· τίνα σεαυτὸν σὺ(3) ποιεῖς;
Ιω. 8,53 Μηπως είσαι συ ανώτερος από τον πατέρα μας τον Αβραάμ, ο οποίος επέθανε; Και οι προφήται και εκείνοι επέθαναν. Σαν ποιόν εσύ θεωρείς τον εαυτόν σου;”
(1)   Αποσιωπάται το «σύ» από 10 μεγαλογράμματα χειρόγραφα και 50 μικρογράμματα. «Η φυσική ακολουθία του λόγου θα ήταν να πουν, Μήπως εσύ είσαι ανώτερος από το Θεό; Αλλά δεν λένε αυτό, για να μην, συγκρίνοντάς τον με το Θεό, δώσουν την εντύπωση ότι τον τιμούν περισσότερο… Και δεν είπαν του Αβραάμ, αλλά του πατέρα μας, κομπάζοντας πάλι και καυχώμενοι για τη συγγένεια με τον Αβραάμ» (Ζ).
«Εσύ ο ίδιος είσαι ανώτερος από τον Αβραάμ και τους προφήτες, ο οποίος υπόσχεσαι ότι θα καταστήσεις και άλλους ανώτερους από εκείνους; Επομένως δεν θα πεθάνεις, τη στιγμή που εκείνοι πέθαναν, αλλά θα παραμείνεις αθάνατος, ενώ είσαι άνθρωπος και έχεις το σώμα από τη γη; Πώς λοιπόν θα μπορούσες να δώσεις σε άλλους αυτό που δεν έχεις εσύ ο ίδιος;» (Κ). Πράγματι ο Κύριος αξιώνοντας, ότι τα λόγια του είχαν τη δύναμη τηρούμενα να κατανικήσουν το θάνατο, τον οποίο δεν απέφυγαν στο παρελθόν ούτε εκείνοι, οι οποίοι υπήρξαν όργανα του λόγου του Θεού, θεωρούσε τον εαυτό του μεγαλύτερο από εκείνους (μ).
(2)   Η λέξη αυτή μόνο εδώ συναντιέται στον Ιωάννη και το ἥτις (=η οποία) στο Α΄ Ιω. α 2 (β). Μπαίνοντας αντί για το απλό ὅς σημαίνει, ο οποίος μολονότι υπήρξε Αβραάμ (g). Παρακινούνταν από τη σκέψη ότι κανένας δεν ήταν δυνατόν να είναι μεγαλύτερος από τον Αβραάμ και τους προφήτες. Δεν σκέφτονταν όμως, ότι ο Μεσσίας θα ήταν μεγαλύτερος από τον Αβραάμ και τους προφήτες, οι οποίοι απέκτησαν τη φήμη τους χάρις σε αυτόν. Διότι υπήρξε τιμή για τον Αβραάμ, το ότι ο Μεσσίας θα ήταν απόγονός του και θα καταγόταν από αυτόν. Και το ότι οι προφήτες προανήγγειλαν τα σχετικά με τον Μεσσία, αυτό τους τίμησε πολύ. Συνεπώς ο Μεσσίας χάρις στον οποίο όλοι αυτοί τιμήθηκαν, ήταν πολύ ανώτερος από αυτούς. Αντί λοιπόν να συμπεράνουν, από το ότι ο Χριστός έκανε τον εαυτό του μεγαλύτερο από τον Αβραάμ, ότι είχε δαιμόνιο, έπρεπε να προσέξουν στο ότι με τα έργα, τα οποία ούτε ο Αβραάμ, ούτε οι προφήτες είχαν επιτελέσει, αποδείκνυε, ότι ήταν πράγματι ο Μεσσίας και ως τέτοιον όφειλαν να τον δεχτούν. Τα μάτια τους όμως είναι τυφλά.
(3)   «Και αυτό το λένε με υβριστική διάθεση. Εσύ, λέει, υψώνεις τον εαυτό σου» (Χ). «Πόσο μεγάλο κάνεις τον εαυτό σου από τρέλα χωρίς μέτρο;… Τον συμβουλεύουν να φρονεί κάτι μετριότερο» (Κ). Εσύ «που δεν είσαι άξιος κανενός λόγου, ο γιος του μαραγκού, που είσαι από τη Γαλιλαία» (Θφ). Οι Ιουδαίοι θέτουν το ερώτημα αυτό με υβριστική πρόθεση· η Σαμαρείτιδα έθεσε παρόμοιο ερώτημα αμφιβάλλοντας μεν, με αγαθή όμως πρόθεση (χ).

Ιω. 8,54 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς(1)· ἐὰν ἐγὼ δοξάζω ἐμαυτόν(2), ἡ δόξα μου οὐδέν ἐστιν(3)· ἔστιν(4) ὁ πατήρ μου ὁ δοξάζων με(5), ὃν ὑμεῖς λέγετε(6) ὅτι Θεὸς ὑμῶν ἐστι,
Ιω. 8,54 Απήντησεν ο Ιησούς• “εάν εγώ μόνος μου τιμώ και δοξάζω τον ευατόν μου, η δόξα μου, δεν είναι τίποτε. Υπάρχει όμως ο Πατήρ μου, ο οποίος με δοξάζει με τα θαύματα και τα σημεία τα οποία κάνω, και τον οποίον σεις, που με περιφρονείτε, λέγετε ότι είναι Θεός σας.
(1)   «Άκουσε (ο Χριστός)· μήπως εσύ είσαι ανώτερος από τον πατέρα μας Αβραάμ; Και δεν βρήκε το θάρρος να πει σε αυτούς ότι, ναι, αλλά το κάνει αυτό με τρόπο καλυμμένο» (Χ). Διότι «δεν θα υπέφερε τον λόγο ο υπερήφανος Ιουδαίος· διότι αμέσως θα αγανακτούσε κάποιος με αυτόν και προσποιούμενος ότι αγαπά τον Πατέρα και υποκρινόμενος ότι υπερασπίζεται την δόξα των αγίων, θα έκανε θερμότερη επίθεση εναντίον του Χριστού» (Κ). Όμως με αυτά «προετοιμάζει αυτό που πρόκειται να πει… Διότι θέλει να αποδείξει, ότι είναι ανώτερος από τον Αβραάμ» (Ζ). Στην απάντησή του ο Κύριος δεν επιμένει στη μαρτυρία την οποία δίνει αυτός για τον εαυτό του, αλλά στη συμμαρτυρία την οποία έδινε για αυτόν και ο Πατέρας του.
(2)   Δες σ. 50 και ε 41,ζ 18. Σε όλα αυτά τα χωρία το δόξα σημαίνει τιμή και αντιτίθεται η δόξα, την οποία οι άνθρωποι μπορούν να δώσουν, με την δόξα η οποία προέρχεται από το Θεό (β). Ο Κύριος με αυτά που λέει απαντά στο ερώτημα: Πόσο μεγάλο κάνεις τον εαυτό σου; Η απάντηση ουσιαστικά είναι η εξής: Δεν είμαι τίποτα άλλο παρά ό,τι ο Πατέρας μου θέλησε να είμαι και μαρτυρεί ότι είμαι (g). Ο σιναϊτικός, ο βατικανός, ο κώδικας του Βέζα, ο Ωριγένης έχουν τη γραφή: δοξάσω.
(3)   Το να δοξάζει κάποιος τον εαυτό του με καυχησιολογία και αυτοέπαινο δεν αποτελεί πραγματική δόξα, αλλά τελείως αντίθετα ο αυτοεπαινούμενος πέφτει στην εκτίμηση των σοβαρών ανθρώπων (ο).
Και ακριβώς για αυτό οι αυτοεπαινούμενοι προσπαθούν να κρύβουν κάτω από ευλογοφανή προσχήματα το πάθος τους αυτό, κυνηγώντας με κατάλληλα και φαινομενικά ευπρεπή ερωτήματα τους επαίνους των άλλων. Και εκείνοι ακόμα, οι οποίοι είναι κατεξοχήν αιχμαλωτισμένοι από αυτό, δεν θα ήθελαν ποτέ οι άλλοι να σχηματίσουν για αυτούς την υποψία, ότι αυτοεπαινούνται. Το να τιμούμε τους εαυτούς μας με καυχησιολογίες και αυτοεπαίνους είναι χίμαιρα, είναι κάτι κενό και χωρίς πραγματικό περιεχόμενο και για αυτό και ονομάζεται κενοδοξία και ματαιοδοξία. Οι αυτοθαυμαζόμενοι είναι και αυτοαπατώμενοι. Ο Κύριός μας λοιπόν δεν υπήρξε από εκείνους, οι οποίοι με αυτοεπαίνους τιμούν τους εαυτούς τους, όπως τον παρίσταναν οι Ιουδαίοι. Δοξάστηκε από Εκείνον, ο οποίος είναι η πηγή της δόξας και «δεν δόξασε τον εαυτό του με το να γεννηθεί αρχιερέας» (Εβρ. ε 4,5).
(4)   «Το «υπάρχει» σε αυτήν την πρόταση θέλει να το καταλάβουμε όχι απλά ούτε αβασάνιστα, αλλά μάλλον το τοποθέτησε αυτό στην πρόταση για να φανερώσει ότι ο Πατέρας «υπάρχει»» (Κ)= Πράγματι υπάρχει και υπάρχει αιωνίως και από μόνος του. Μπαίνει μπροστά με έμφαση (β).
(5)   Μπορεί να αναφέρεται στην προαιώνια γέννηση του Λόγου («Δοξάζεται βεβαίως από τη μία ο μονογενής από αυτόν που τον γέννησε διότι έχει, μαζί με όλα τα άλλα αγαθά, και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ουσίας του») (Κ).
Πιο σωστό είναι να αναφερθεί στο μεσσιακό έργο του Χριστού και στη δόξα του ως ανθρώπου. Αυτός που με δοξάζει με τα θαύματα, τα οποία είναι μία μορφή της μαρτυρίας του Πατέρα (ε 31,36) και με την ζωοποιό δύναμη την οποία μου έδωσε (β). «Διότι τον δόξαζε με κάθε τρόπο, άλλοτε μεν με τις προφητείες σχετικά με αυτόν, άλλοτε πάλι και με τη μαρτυρία από τους ουρανούς και άλλοτε με τα μύρια και άπειρα θαύματα» (Θφ).
Τα βλέμματα του Κυρίου ήταν εξ’ ολοκλήρου προσηλωμένα στη δόξα αυτή, με την οποία ο Πατέρας του τον στεφάνωσε. Δεν κυνηγούσε λοιπόν τις επιδοκιμασίες και τους επαίνους των ανθρώπων της εποχής του, αλλά περιφρονούσε αυτά. Διότι η καρδιά του και τα μάτια της ψυχής του ήταν διαρκώς στραμμένα προς την δόξα, την οποία του είχε υποσχεθεί ο Πατέρας του και την οποία είχε ο Κύριος ως Υιός του Θεού κοντά στον Πατέρα «πριν υπάρξει ο κόσμος». Ζητούσε με την τέλεια υπακοή προς τον Πατέρα του και την βαθύτατη ταπείνωσή του να υψώσει αυτόν ο Πατέρας και να χαρίσει σε αυτόν το όνομα το πάνω από κάθε όνομα (Φιλιπ. β 8,9). Σημείωσε ότι ο Χριστός, αλλά και όλοι όσοι ακολουθούν τα ίχνη του και είναι δικοί του εξαρτούν τους εαυτούς τους και τη δόξα τους από το Θεό. Και επειδή έχουν εκτιμήσει πρεπόντως την από το Θεό δόξα, περιφρονούν τελείως την ψεύτικη και μάταιη δόξα αυτού του κόσμου.
(6)   «Τους ελέγχει πάλι… ότι εξασκούν την αγάπη στο Θεό μόνο στα λόγια και μάλιστα σκέτα λόγια, αλλά απέχουν πάρα πολύ από το να γνωρίζουν αληθινά το Θεό» (Κ). Με το «λέγετε» φανερώνει «την καύχηση με τα λόγια», την οποία «παρουσιάζοντάς την, έκανε μεγαλύτερη την κατηγορία» (Χ). Το «λέγετε» αναφέρεται στο πνεύμα της καύχησης από το οποίο κατέχονταν (ο). Λέτε ότι ο Θεός είναι δικός σας, ότι εμείς διαλεχτήκαμε από το Θεό και βρισκόμαστε σε διαθήκη (συμφωνία) με αυτόν. Λέτε ότι εμείς είμαστε ο Ισραήλ και οι απόγονοι του Ισραήλ. Αλλά «δεν είναι Ισραήλ όλοι όσοι προέρχονται από τον Ισραήλ» (Ρωμ. θ 6). Πολλοί ισχυρίζονται, ότι έχουν ζήλο και ενδιαφέρον για το Θεό και λένε ότι ο Θεός είναι δικός τους, χωρίς να έχουν κανένα δικαίωμα να λένε τέτοια. Τι θα μας ωφελήσει να λέμε ότι ο Θεός είναι δικός μας, όταν εμείς δεν είμαστε δικοί του και δεν αναγνωριζόμαστε ως λαός του από αυτόν;

Ιω. 8,55 καὶ οὐκ ἐγνώκατε αὐτόν(1)· ἐγὼ δὲ οἶδα αὐτόν(2). καὶ ἐὰν εἴπω ὅτι οὐκ οἶδα αὐτόν, ἔσομαι ὅμοιος ὑμῶν ψεύστης(3)· ἀλλ᾿ οἶδα αὐτὸν(4) καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ τηρῶ(5).
Ιω. 8,55 Εις την πραγματικότητα όμως δεν τον έχετε γνωρίσει. Εγώ όμως τον γνωρίζω. Και εάν είπω ότι δεν τον γνωρίζω, θα είμαι όμοιος με σας, ψεύτης. Αλλά τον γνωρίζω πολύ καλά και το θέλημα αυτού φυλάττω πάντοτε.
(1)   Παρόλο που προβάλλετε την αξίωση, ότι είστε παιδιά του (σ. 41) και καυχιέστε ότι είναι Θεός σας, δεν τον ξέρετε (ο). Η αντίθεση είναι ανάμεσα στο «λέγετε» και «οὐκ ἐγνώκατε». Ο παρακείμενος δηλώνει γνώση… της οποίας τα αποτελέσματα επρόκειτο να διαρκούν (δ).
«Διότι το να γνωρίζει ίσως κάποιος ότι υπάρχει Θεός, δεν σημαίνει αυτό οπωσδήποτε ότι έχει και γνώση Θεού. Διότι το ότι υφίσταται και υπάρχει ο Θεός, και τα δαιμόνια το πιστεύουν» (Κ). Δεν «τον γνωρίζετε ως Θεό· διότι αν ήταν έτσι θα τρέματε το λόγια του ως Θεού. Τώρα όμως τόσο πολύ τον περιφρονείτε, ώστε, ενώ εκείνος νομοθέτησε «Μη φονεύσεις», εσείς έχετε φονικές διαθέσεις εναντίον μου» (Θφ).
Η περί του Θεού άγνοιά τους αποδεικνύεται και από το ότι απέρριπταν αυτόν που τους έστειλε ο Θεός (μ). Ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι δεν δέχονται το ευαγγέλιο του Χριστού είναι ότι αγνοούν το Θεό. Δεν υποτάσσονται στη δικαιοσύνη του Χριστού, διότι «αγνοούν τη δικαιοσύνη του Θεού» (Ρωμ. ι 3). Εκείνη είναι πραγματική γνώση του Θεού, η οποία συντελεί στο να ταπεινώσει τον άνθρωπο και να διεγείρει σε αυτόν τον πόθο για ανόρθωση και εξομοίωσή του με το Θεό. Η άγνοια αυτή, την οποία αποδίδει σε αυτούς είναι αξιόμεμπτη, διότι αν διάβαζαν με ειλικρίνεια και ταπείνωση την Π.Δ. δεν θα κατέχονταν από αυτήν την άγνοια (ο). Δεν γνωρίζετε τη φύση του Θεού Πατέρα, το άγιο θέλημά του και την αγάπη του, με τα οποία θέλει οι άνθρωποι να γίνουν άγιοι και να σωθούν μέσω του Χριστού (δες ιστ 3, Α΄ Ιω. β 3).
Γενικότερα στην Ιωάννεια χρήση, το «γνωρίζω» το Χριστό σημαίνει γνωρίζω το Μεσσιακό αξίωμά του (ιζ 3, στ 69), την θεότητά του, την ύψιστη σε εμάς αγάπη του και τις ευεργεσίες προς εμάς από τη σχέση μαζί του· την αγάπη του Χριστού προς το Θεό (ιδ 31), την αγιότητά του (G). Οι άνθρωποι είναι δυνατόν να μιλούν με φαινομενικά βαθείς και λεπτούς συλλογισμούς για το Θεό και όμως να τον αγνοούν. Και υπάρχουν πολλοί, οι οποίοι θεωρούν τους εαυτούς τους συγγενείς με το Θεό και όμως είναι ξένοι με αυτόν και δεν έχουν γνώση αυτού. Μόνο το όνομα του Θεού έμαθαν και αυτό ψελλίζουν με τα χείλη, αλλά για τη φύση του Θεού, για τις άπειρες τελειότητες και για τις σχέσεις του με τα δημιουργήματά του δεν γνωρίζουν τίποτα.
(2)   Δες ζ 29. Το οἶδα σημαίνει την άμεση γνώση, σε αντίθεση με το ἐγνώκατε, το οποίο συνήθως σημαίνει την επίκτητη γνώση (g). Γνωρίζω αυτόν «διότι προέρχομαι από αυτόν και έχω την ίδια ουσία και φύση και γνώση» (Ζ). Η άγνοια του Θεού, την οποία ο Ιησούς συναντά στους Ιουδαίους αφυπνίζει σε αυτόν σύμφωνα με το νόμο της αντίθεσης, το συναίσθημα της πραγματικής γνώσης την οποία έχει για τον Πατέρα, στο όνομα και για δόξα του οποίου μιλά. Και διακηρύσσει το προνόμιο αυτής της γνώσης του έντονα (g).
(3)   Εάν αρνούνταν ότι είχε τη μοναδική αυτή γνώση για τον Πατέρα, θα αρνούνταν συγχρόνως και το ίδιο το κύρος και την ισχύ της αποστολής του. Δεν τους ονόμασε πιο πάνω απερίφραστα ψεύτες, τους αποκάλεσε όμως τέκνα του διαβόλου, ο οποίος είναι ψεύτης και ο πατέρας του (σ. 44)(β). «Το να πει «Γνωρίζω αυτόν», δεν είναι κομπασμός· αλλά το να πει ότι δεν τον γνωρίζει θα ήταν ψεύδος» (αμ). Οι Ιουδαίοι ήταν ψεύτες, διότι ισχυρίζονταν ότι γνώριζαν το Θεό τη στιγμή που δεν τον γνώριζαν. Ο Κύριος θα γινόταν ψεύτης, εάν έλεγε, ότι αγνοεί το Θεό, την ώρα που τον γνώριζε, όπως κανείς άλλος από τους ανθρώπους (μ). «Διότι εσείς μεν λέγοντας αλαζονικά ότι τον γνωρίζετε, ψεύδεστε. Εγώ όμως επειδή τον γνωρίζω, εάν πω ότι δεν τον γνωρίζω, αρνούμαι την αλήθεια» (Θφ).
(4)   Επανάληψη με έμφαση που αποσκοπεί στο να παρουσιάσει συνδεδεμένη στενά την γνώση για το Θεό με την τήρηση των εντολών του Θεού (ο).
(5)   «Τι τεκμήριο λοιπόν δίνεις για το ότι τον γνωρίζεις; Ότι, λέει, τηρώ τον λόγο του» (Θφ). Προφανώς αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση του Κυρίου. Και οι πιστοί κάτω από τη διεύθυνσή του τηρούν το λόγο και έτσι αποκτούν γνώση (b). Από την τελευταία αυτή φράση έπεται, ότι η δόξα την οποία ο Θεός αποδίδει στο Χριστό ως άνθρωπο, δεν στηρίζεται σε αυθαίρετη και μεροληπτική ενέργεια του Θεού. Προέρχεται από την αναγνώριση από τον Πατέρα της ανεπιφύλακτης υπακοής του υιού του που ενανθρώπησε. Ο Ιησούς στη ζωή του μετέβαλε με πλήρη συνέπεια την για το Θεό άμεση και τέλεια γνώση του σε ενέργεια υπακοής προς τον Πατέρα του: Γνωρίζω αυτόν και τηρώ το λόγο του (χ).
Η καλύτερη απόδειξη του ότι γνωρίζουμε το Θεό είναι η υπακοή μας σε αυτόν. Εκείνοι μόνο γνωρίζουν το Θεό πραγματικά, οι οποίοι τηρούν το λόγο του. Αποτελεί κανόνα απαράβατο το: «από αυτό ξέρουμε ότι τον γνωρίζουμε, από το εάν τηρούμε τις εντολές του» (Α΄ Ιω. β 3). Ο Κύριος ζητά από εμάς στο σ. 51 να τηρούμε το λόγο του. Συγχρόνως όμως έθεσε μπροστά μας τον εαυτό του πρότυπο υπακοής, πρότυπο χωρίς κάποια σκιά ή κηλίδα. «Τήρησε το λόγο» του Πατέρα του. Και αυτός ο οποίος «έμαθε από αυτά που έπαθε την υπακοή» (Εβρ. ε 8,9) είναι ο μοναδικός και άριστος διδάσκαλος, ο ικανός να διδάξει και εμάς να υπακούουμε.

Ιω. 8,56 Ἀβραὰμ(1) ὁ πατὴρ ὑμῶν(2) ἠγαλλιάσατο(3) ἵνα ἴδῃ τὴν ἡμέραν τὴν ἐμήν(4), καὶ εἶδε(5) καὶ ἐχάρη.
Ιω. 8,56 Ο Αβραάμ, ο πατέρας σας, γεμάτος αγαλλίασιν και χαράν επόθησε να ίδη την ημέραν της ενανθρωπήσεώς μου και την είδε και εχάρη”.
(1)   Αφού απάντησε στην κατηγορία «πόσο μεγάλο κάνεις τον εαυτό σου;… Εγώ δεν δοξάζω τον εαυτό μου» τώρα προχωρά να δώσει απάντηση και στην ερώτηση «Μήπως εσύ είσαι ανώτερος από τον πατέρα μας Αβραάμ, ο οποίος πέθανε;» (g). Με αυτά που λέει αποδεικνύει από τη μία ότι είναι ανώτερος από τον Αβραάμ, διότι «εάν (ο Αβραάμ) επιθύμησε να δει την ημέρα του, ως ανώτερου οπωσδήποτε» (Ζ) επιθύμησε· από την άλλη «δείχνει ότι αυτοί είναι ξένοι με τον Αβραάμ, εφόσον βεβαίως, με αυτά που εκείνος χαιρόταν, αυτοί λυπούνται» (Χ).
(2)   «Τους αποδίδει μόνη και γυμνή τη συγγένεια της σάρκας» (Κ). Να τι έκανε ο πατέρας σας. Γιατί δεν του μοιάζετε; Υποκρύπτεται δριμύς έλεγχος.
(3)   «Δηλαδή επιθύμησε» (Ζ)· τη χαρά από την ελπίδα. «Είχε αυτήν αξιοζήλευτη και ευκταία και πρόξενο χαράς» (Θφ). Εκδήλωσε το σφοδρό πόθο του με ζωηρή επιθυμία… Η αγαλλίαση αυτή προηγήθηκε από το ότι είδε· και η χαρά πάλι συνόδευσε το ότι είδε (g).
(4)   Ή, «ημέρα εδώ νομίζω ότι εννοεί αυτήν του σταυρού, την οποία προεικόνισε ο Αβραάμ με τη θυσία του κριού και του Ισαάκ» (Χ). Ή, πιο σωστά, γενικά «ημέρα λέει τον καιρό του ερχομού του με σάρκα» (Κ). Την ημέρα της ενσάρκωσης και σύλληψης. Διότι σε αυτήν απέβλεπαν όλες οι υποσχέσεις που δόθηκαν σε αυτόν για το σπέρμα του (δ). Πότε ένιωσε αγαλλίαση; Κάποιοι είπαν όταν άκουσε την υπόσχεση για προσεχή εγκυμοσύνη της Σάρρας, όταν αυτή γέλασε (Γεν. ιζ 17). Αλλά το γέλιο αυτό ήταν γέλιο ολιγοπιστίας. Μάλλον λοιπόν σημαίνει όταν ο Αβραάμ ελάμβανε γενικά τις υποσχέσεις του Θεού και μάλιστα την υπόσχεση, κατά την οποία με το σπέρμα του θα ευλογούνταν όλες οι φυλές της γης.
Ο Westcott παραθέτει Ιουδαϊκή παράδοση (Bereshith, R 44), σύμφωνα με την οποία ο Αβραάμ είδε ολόκληρη την ιστορία των απογόνων του στην οπτασία στο Γεν. ιε 6 (β). Ο Θεός υποσχέθηκε στον Αβραάμ τη γη της επαγγελίας, την οποία θα έδινε σε αυτόν και τους απογόνους του. Όμως ο Αβραάμ ουδέποτε επιθύμησε να δει την ημέρα της κατάκτησης της γης της επαγγελίας, όσο επιθύμησε να δει την ημέρα του Χριστού. Δεν μπορούσε να δει με τόση αδιαφορία το σπέρμα της επαγγελίας, με όση έβλεπε τη γη της επαγγελίας στην οποία κατοικούσε σαν κάποιος ξένος και μετανάστης. Εκείνοι οι οποίοι με αγαθή διάθεση άκουσαν και έμαθαν κάποια πράγματα για το Χριστό, αισθάνονται σφοδρό πόθο να γνωρίσουν για αυτόν περισσότερα. Εκείνοι οι οποίοι διέκριναν την αυγή του ηλίου της δικαιοσύνης, ποθούν να δουν και την ανατολή του. Στο μυστήριο της απολύτρωσης επιθυμούν και οι άγγελοι να σκύψουν. Πολύ περισσότερο πρέπει να επιθυμούμε αυτό εμείς, στους οποίους αφορά αυτή η λύτρωση.
(5)   Πότε είδε; Ή, είδε προφητικά, όταν ζούσε· δηλαδή «όταν τον πρόσταζε ο Θεός να ανεβάσει τον Ισαάκ στο βουνό για θυσία· διότι είναι λογικό όταν αυτός ιερουργούσε τότε αυτήν την πράξη σαν ακριβώς σε σύμβολο να του έγινε σαφής η ακρίβεια του μυστηρίου. Θα μπορούσε όμως κάποιος να δώσει σχετικά με αυτό και άλλες αφορμές στους φιλομαθέστερους. Διότι πράγματι είδε και τρεις άνδρες στη δρυ της Μαμβρή, αλλά και δέχτηκε υπόσχεση από το Θεό ότι θα γίνει πατέρας πολλών εθνών» (Κ). Το «είδε» λοιπόν πρέπει να το πάρουμε με γενικότερη έννοια για δήλωση προφητικής ή προληπτικής θέας σύμφωνα με το Εβρ. ια 13 (πόῤῥωθεν αὐτὰς ἰδόντες καὶ ἀσπασάμενοι =είδαν τις υποσχέσεις από μακριά και τις δέχτηκαν με όλη τους την ψυχή). Το ἐν παραβολῇ ἐκομίσατο (=τον πήρε πάλιν πίσω τον Ισαάκ, και μάλιστα κατά τρόπον, που ο Ισαάκ έγινε προεικόνιση του Χριστού) του Εβρ. ια 19 ίσως διαφωτίζει το παρόν χωρίο (C). Προείδε την έλευση του Χριστού, όπως και ο προφήτης Ησαΐας μίλησε για αυτόν «ότι είδε την δόξα του» (χ).
Πιο σωστή η ερμηνεία των νεωτέρων, σύμφωνα με την οποία το όρος της Μεταμόρφωσης δείχνει ότι οι πεθαμένοι (όπως ο Μωϋσής) μπορούσαν όχι μόνο να δουν, αλλά και να συνομιλήσουν μαζί με τον Ιησού Χριστό. Είδε από τον τόπο των μακαρίων στον παράδεισο την ημέρα τη δική μου. Και ο Αβραάμ λοιπόν είδε το Χριστό με σάρκα, όταν ήλθε σε εμάς.
«Έστω και αν πέθανε ο Αβραάμ, αλλά έζησε και δεν έβλεπε πλέον το θάνατο, από τη στιγμή που βλέποντας την ημέρα του Ιησού αγαλλίασε και χάρηκε… Διότι αν ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών αλλά ζωντανών… ούτε ο Αβραάμ και οι προφήτες ήταν πλέον σε θάνατο» (Ω). Ο Αβραάμ δεν είναι νεκρός. Εξακολουθεί και τώρα ενσυνείδητα να παρακολουθεί τις τύχες του λαού του. Δες Μάρκ. ιβ 26. Και χάρηκε κατά την έλευση του Χριστού, την ίδια ώρα που οι Ιουδαίοι την χλεύαζαν (μ). Ο Κύριος αποκαλύπτει εδώ γεγονός του αόρατου κόσμου, το οποίο μόνος αυτός μπορούσε να γνωρίζει. Βεβαίως εμείς αγνοούμε με ποια μορφή και πώς τα γεγονότα του παρόντος βίου μπορούν να γίνονται αισθητά σε αυτούς που ζουν στον κόλπο του Θεού. Ο Κύριος όμως βεβαιώνει εδώ το γεγονός αυτό. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από το ακόλουθο «χάρηκε», το οποίο αντιτίθεται στο «ηγαλλιάσατο, το οποίο δηλώνει την χαρά από την προσδοκία (g,ο).
«Δείχνει ότι δεν έρχεται χωρίς τη θέλησή του στο πάθος, από τη στιγμή βεβαίως που επαινεί αυτόν (=τον Αβραάμ) που χάρηκε για το σταυρό· διότι αυτό ήταν η σωτηρία της οικουμένης» (Χ).

Ιω. 8,57 εἶπον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι πρὸς αὐτόν· πεντήκοντα ἔτη(1) οὔπω ἔχεις καὶ Ἀβραὰμ ἑώρακας(2);
Ιω. 8,57 Του είπαν τότε οι Ιουδαίοι• “δεν έχεις ακόμη ούτε πενήντα ετών ηλικίαν και είδες τον Αβραάμ, που έζησε εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια;”
(1)   Υπάρχει και η γραφή Τεσσαράκοντα, που δεν μαρτυρείται επαρκώς. Στρογγυλός αριθμός που σημαίνει ταυτόχρονα τη συμπλήρωση και το τέλος της ανδρικής ηλικίας, μετά από την οποία ακολουθεί η γεροντική. Η ηλικία, κατά την οποία οι Λευΐτες αποχωρούσαν από την υπηρεσία (Αριθμ. δ 3)(ο). Η έννοια του λόγου: Ακόμα δεν γέρασες· δεν έφθασες ακόμα τον μισό αιώνα (b). Δεν μπορεί λοιπόν από αυτό να βγει εικασία για την αληθινή ηλικία του Κυρίου, όπως έπραξε ο Ειρηναίος (Κατά αιρέσ. ΙΙ 22,6) ο οποίος συμπέρανε, ότι ο Ιησούς γύρω στο τέλος της δημόσιας δράσης του ήταν λίγο μικρότερος από 50 ετών. Ούτε υπάρχει ανάγκη διόρθωσης του πεντήκοντα με τη γραφή τεσσαράκοντα, η οποία προήλθε από απόπειρα συμβιβασμού του παρόντος χωρίου με το Λουκ. γ 23 (β).
(2)   Ο Αβραάμ πέθανε 1850 χρόνια πριν από αυτήν την συνομιλία (b). Οι Ιουδαίοι επειδή δεν κατανόησαν την έννοια των λόγων του Κυρίου νομίζουν, ότι το «είδε και χάρηκε» αναφερόταν στο χρόνο, κατά τον οποίο ο Αβραάμ ζούσε ακόμη στη γη. Ο σιναϊτικός γράφει: εώρακέ σε (=σε έχει δει [ο Αβραάμ]).

Ιω. 8,58 εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν(1) λέγω ὑμῖν, πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι ἐγώ εἰμι(2).
Ιω. 8,58 Τους είπε τότε ο Ιησούς• “σας διαβεβαιώνω, ότι πριν λάβη ύπαρξιν ο Αβραάμ εγώ υπάρχω. (Δηλαδή προαιωνίως υπάρχω)”.
(1)   Η μορφή αυτή της βεβαίωσης αναγγέλλει την σοβαρότητα και το μεγαλείο αυτής της αποκάλυψης, την οποία ο Κύριος κάνει για το πρόσωπό του (g). Σε αυτόν τον διάλογο ακόμη 2 φορές (στους σ. 34,51) συναντιέται ο τύπος αυτός και στις δύο περιπτώσεις ακολουθεί το συμπέρασμα ή η συγκεφαλαίωση των προηγουμένων (β). Εδώ πρόκειται ο Κύριος να εξαγγείλει μία από τις μοναδικές διακηρύξεις για τον εαυτό του (ο).
(2)   Είναι άξια ιδιαίτερης προσοχής η χρήση του «γενέσθαι» για τον Αβραάμ και του «ειμί» για τον Κύριο. Αντιθέτει ο Κύριος την σε συγκεκριμένο χρόνο ύπαρξη του Αβραάμ με την αδιάλειπτη και αιώνια ύπαρξή του (g).
«Με τρόπο που αρμόζει πάρα πολύ και σωστά, για μεν τον Αβραάμ βάζει το ρήμα γενέσθαι, ενώ για τον εαυτό του το είμαι» (Κ).
«Το μεν «γενέσθαι» λοιπόν δείχνει ον κτιστό· ενώ το «είμαι» αυτόν που είναι άκτιστος και κτίστης ο ίδιος» (Ζ).
Στον μεν Αβραάμ χρησιμοποιεί το «γενέσθαι» διότι «δημιουργήθηκε από την ανυπαρξία», στον εαυτό του όμως λέει το «είμαι», επειδή «υπάρχει αιώνια» (Κ). «Όπως ακριβώς ο Πατέρας του χρησιμοποιεί αυτήν τη λέξη, δηλαδή το «είμαι», έτσι και αυτός· διότι αυτή δηλώνει την παντοτινή ύπαρξη, η οποία είναι απαλλαγμένη από κάθε χρόνο» (Χ).
Η ίδια αντίθεση ανάμεσα στο γενέσθαι και στο ειμί υπάρχει και στο Ψαλμ. πθ 2 («Πριν να γίνουν τα όρη και να πλαστεί η γη και η οικουμένη και από τον αιώνα και μέχρι τον αιώνα εσύ είσαι»). Το «πριν» στην παρούσα φράση δεν εκφράζει ότι η αιωνιότητα προηγείται του χρόνου, αλλά απλώς την διαδοχή και την εξάρτηση του χρόνου από την αιωνιότητα (g). Παρόμοια φράση και στο ιγ 19. Ολοφάνερα με τη φράση αυτή ο Ιωάννης παρουσιάζει τον Κύριο να διαβεβαιώνει για τον εαυτό του, ότι έχει την άχρονη ύπαρξη της θεότητας σε αντίθεση με την χρονική ύπαρξη του ανθρώπου. Η ίδια διδασκαλία υπάρχει και στον πρόλογο του ευαγγελίου (α 1,18) και στην προς Κολοσσαείς (α 17)(β).
Η ιστορία λοιπόν της ζωής, του θανάτου και της ανάστασης του Ιησού δεν είναι ιστορία της θέσης του δημιουργήματος και της ανόδου του στο θρόνο του Θεού, αλλά ιστορία της κατάβασης και καθόδου στον κόσμο του αιωνίου Λόγου του Θεού· και η ανάστασή του είναι όχι απλή άνοδος αλλά επιστροφή στον Πατέρα (χ). Ακόμη μία φορά ο Κύριος εδώ τονίζει την ενότητά του με το Θεό (μ).
Είμαι ως Θεός. «ἐγώ εἰμι ὁ ὤν (εγώ είμαι ο Υπάρχων) (Εξ. γ 14). Αυτό είναι το όνομα του Θεού, το οποίο εκφράζει την αυθυπαρξία του. Δεν λέει Εγώ υπήρξα, αλλά Εγώ είμαι. Διότι αυτός είναι ο πρώτος και ο τελευταίος, αναλλοίωτα ο ίδιος (Αποκ. α 8). Έτσι ο Κύριος υπήρξε όχι μόνο πριν τον Αβραάμ, αλλά και πριν από όλη την κτίση. Είμαι (Υπάρχω) ως Μεσίτης. Είχε αναδειχτεί και οριστεί Μεσσίας από τον Πατέρα του πολύ πριν τον Αβραάμ, διότι ήταν «το αρνί το σφαγμένο από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος» (Αποκ. ιγ 8). Έγινε από το Θεό «σοφία, δικαιοσύνη, αγιασμός και απολύτρωση» στον Αδάμ και στον Άβελ και στον Ενώχ και στο Νώε και στον Σηθ και σε όλους τους πατριάρχες, οι οποίοι έζησαν και πέθαναν με πίστη πριν ακόμα ο Αβραάμ γεννηθεί.

Ιω. 8,59 ἦραν οὖν(1) λίθους(2) ἵνα βάλωσιν ἐπ᾿ αὐτόν. Ἰησοῦς δὲ ἐκρύβη(3), καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ διελθὼν διὰ μέσου αὐτῶν(4), καὶ παρῆγεν οὕτως(5).
Ιω. 8,59 Αγανακτησμένοι τότε οι Ιουδαίοι επήραν λιθάρια, δια να ρίψουν εναντίον του. Ο δε Ιησούς εχάθη από τα μάτια των και εβγήκεν από τας αυλάς του ναού, περιπατώντας δια μέσου αυτών απαρατήρητος. Και εβάδιζεν έτσι, χωρίς να τον βλέπουν.
(1)   Την έννοια των λόγων του Κυρίου αντιλήφθηκαν καλά οι Ιουδαίοι. «Και αφού κατάλαβαν ότι αποδίδει στον εαυτό του την αιωνιότητα του Θεού» (Ζ), παίρνουν πέτρες, διότι «τους φαίνεται ότι είναι βλάσφημος ο λόγος» (Χ). Αντί να προσκυνήσουν αυτόν ζητούν να τον λιθοβολήσουν (Stier). Το ίδιο και στο ι 31-33, όπου διακηρύττει, ότι «εγώ και ο πατέρας είμαστε ένα».
(2)   Τα όπλα του πλήθους (b). Η ολοκλήρωση του ναού δεν είχε συντελεστεί ακόμα και στις αυλές του βρίσκονταν πέτρες (δες Μάρκ. ιγ 1 και Ιωσήπ. Αρχαιολ. 17,9,3)(β).
(3)   «Φεύγει πάλι με ανθρώπινο τρόπο… και.. δεν διέλυσε τη δύναμή τους» (Χ). «Ως άνθρωπος έφυγε από τις πέτρες. Αλλά αλίμονο σε εκείνους από τις πέτρινες καρδιές των οποίων έφυγε ο Θεός» (Αυ).
Ή, κρύφτηκε «καθιστώντας τον εαυτό του με τη δύναμη της θεότητας αόρατο σε αυτούς που τον ζητούσαν» (Κ). Ή, όχι με θαύμα, παρόλο που ειδική επέμβαση της θείας Πρόνοιας διαφύλαξε αυτόν σώο στην επικίνδυνη εκείνη περίπτωση. Πάντως ο Κύριος περιβαλλόταν όχι μόνο από τους μαθητές του αλλά και από κάποιο κύκλο θετικών ακροατών (g). Αφού αναμίχθηκε ανάμεσα σε αυτόν τον κύκλο διέφυγε. Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
(4)   Η φράση και μέχρι το τέλος του σ. δεν μαρτυρείται από όλους τους κώδικες και θεωρείται κείμενο που παρεμβλήθηκε, το οποίο προστέθηκε για τονισμό της θαυμαστής διαφυγής (β). Παρ’ όλα αυτά η διαφυγή μπορεί να εξηγηθεί φυσικά. Ο Ιησούς δηλαδή αφού αναμίχθηκε μαζί με τον κύκλο αυτών που είχαν φιλικές διαθέσεις προς αυτόν, διέφυγε τον λιθοβολισμό. Τότε αυτοί που επιχείρησαν να τον λιθοβολήσουν ήταν φυσικό να εξακολουθούν να συζητούν μεταξύ τους ζωηρά, οπότε ο Κύριος βρήκε ευκαιρία να διασχίσει τον όμιλό τους και να φύγει (ο).
(5)   «Βάδιζε έτσι χωρίς να φαίνεται σε αυτούς» (Ζ) και κρυβόμενος από αυτούς. Ήταν αυτό ένα δείγμα της δύναμής του εναντίον των εχθρών του. Δεν μπορούσαν αυτοί να πράξουν κάτι εναντίον του παρά μόνο όσο και όταν αυτός τους το επέτρεπε. Αποδεικνύεται από εδώ, ότι όταν κατόπιν συλλήφθηκε από την κακία τους, έγινε αυτό, διότι αυτός από μόνος του θυσίασε τη ζωή του (Ιω. ι 18). Στην προκειμένη περίπτωση θα φαντάστηκαν οι Ιουδαίοι, ότι θα τον συλλάμβαναν ασφαλώς. Και όμως έγινε άφαντός από αυτούς. Ήταν επίσης αυτό δείγμα της συνετής πρόνοιας και φροντίδας για ασφάλεια του εαυτού του και της ζωής του κατά το χρόνο, κατά τον οποίο γνώριζε, ότι το έργο του δεν είχε ακόμα συντελεστεί. Και μας άφησε και έμπρακτα την επιβεβαίωση της διαταγής του, όταν σας διώκουν σε μία πόλη, να φεύγετε στην άλλη.

(Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 290-334 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα. )

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας, Θφ = Θεοφύλακτος
Αμ = Αμμώνιος, Ι = Ισιδωρος πρεσβύτερος
Αυ = Αυγουστίνος, Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Β = Βασίλειος ο Μέγας, Κλ = Κλήμης Αλεξανδρεύς
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Σβ = Σευήρος Αντιοχείας
Γν = Γρηγοριος Νύσσης, Σχ. = Σχολιαστής ανώνυμος
Ε = Ευσέβιος Καισαρειας, Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζ = Ζιγαβηνός, Ω = Ωριγένης
Θη = Θεόδωρος Ηρακλείας
Θμ = Θεόδωρος Μοψουεστίας
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
b = Bengel κ = Κομνηνός Π.,
β = Bernard. J.H, Edinburg 1928 χ = Hoskyns Edwyn Gl. London 1947
C = Cremer μ. = Macgregor G.H. London 1928
DB = Dict. Of the Bible,Hastings τ = Temple William, London 1945
F = Fillion L. Cl. Paris 1928 σ. = στίχος
G = Crimm
g = Godet F. 1885
o = Owen John, New York 1861
δ = Δαμαλάς Ν, Αθήναι 1940

Κοινοποίηση άρθρου:
Κατηγορία: Διδαχές, Νέα, Πνευματική Ζωή

Σχετικά άρθρα